Η πρόταση του Τσίπρα για βαρύτερη φορολόγηση των ταχύπλοων σκαφών και για τριπλασιασμό της φορολογίας στα μερίσματα επαναφέρει μια παλιά συζήτηση.
Υπάρχουν στιγμές που η πολιτική μνήμη αποδεικνύεται εξαιρετικά βραχεία, αλλά ο λαός δεν ξεχνά – και πώς θα μπορούσε όταν εκείνοι που σήμερα εμφανίζονται «πολέμιοι» του πλούτου, των επενδυτών και της επιχειρηματικότητας, είναι οι ίδιοι που χθες δεν είχαν κανένα πρόβλημα να απολαμβάνουν τη φιλοξενία ανθρώπων που ανήκουν ακριβώς σε αυτούς τους κύκλους και μάλιστα ύστερα από εθνικές τραγωδίες.
Ταυτόχρονα, η πρόταση του Αλέξη Τσίπρα για βαρύτερη φορολόγηση των ταχύπλοων σκαφών αναψυχής και για τριπλασιασμό της φορολογίας στα μερίσματα επαναφέρει μια παλιά συζήτηση. Οχι μόνο για το αν τέτοια μέτρα θα απέφεραν πραγματικά έσοδα στο Δημόσιο, αλλά και για το ποιος τα προτείνει.
Πολυτελές... διάλειμμα
Δύσκολα μπορεί να ξεχάσει κανείς τις διακοπές του πρώην πρωθυπουργού στο πολυτελές σκάφος «Odyssey London» της οικογένειας Παναγοπούλου λίγες ημέρες μετά την τραγωδία στο Μάτι. Το συγκεκριμένο δεν είναι ένα συνηθισμένο σκάφος αναψυχής. Πρόκειται για θαλαμηγό μήκους 34 μέτρων, κατασκευής του 2008 από το ιταλικό ναυπηγείο Custom Line του ομίλου Ferretti, με πλήρωμα τεσσάρων ατόμων και εκτιμώμενη αξία κατασκευής από 12 έως 15 εκατομμύρια ευρώ.
Πρόκειται για ένα ποσό που αντιστοιχεί σε δεκάδες κατοικίες ή σε εκατοντάδες ετήσιους μισθούς εργαζομένων. Το «Odyssey London» ήταν νηολογημένο στο Λονδίνο και έφερε βρετανική και όχι ελληνική σημαία. Δεν πρόκειται δηλαδή για ένα τυπικό ελληνικό σκάφος αναψυχής, αλλά για ένα από τα διεθνή superyachts που λειτουργούν μέσα από ξένα νηολόγια και σύνθετες εταιρικές δομές. Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η πολιτική αντίφαση.
Ο Αλέξης Τσίπρας εμφανίζεται σήμερα να κηρύσσει νέο φορολογικό πόλεμο στους «σκαφάτους», την ώρα που ο ίδιος επέλεξε να περάσει μέρος των διακοπών του σε μία θαλαμηγό πολλών εκατομμυρίων ευρώ που αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα αυτού του κόσμου, που ο ίδιος και οι «ΕΛΑΣίτες» ψέγουν. Και μάλιστα σε ένα σκάφος που δεν ήταν ενταγμένο στο ελληνικό νηολόγιο, αλλά έφερε βρετανική σημαία.
Η συζήτηση γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα αν δει κανείς τι συμβαίνει στην πραγματική οικονομία. Ενα σκάφος 30 έως 35 μέτρων που δραστηριοποιείται στην ελληνική αγορά yachting μπορεί να αποδίδει κάθε χρόνο μέσω φόρων, σημαίας, ΦΠΑ, λιμενικών τελών, τελών ελλιμενισμού, ασφαλιστικών εισφορών πληρωμάτων και λοιπών επιβαρύνσεων από 50.000 έως και πάνω από 200.000 ευρώ. Γύρω από αυτά τα σκάφη δραστηριοποιούνται δεκάδες επαγγελματίες, από ναυτικούς και μηχανικούς μέχρι τεχνικούς, μαρίνες, επιχειρήσεις τροφοδοσίας και τουριστικές υπηρεσίες.
Υπάρχει όμως και μία ακόμη παράμετρος που όσοι εισηγούνται νέες επιβαρύνσεις στα σκάφη αποφεύγουν να αναδείξουν. Σήμερα ο φόρος πολυτελούς διαβίωσης αποδίδει περίπου 100 έως 110 εκατομμύρια ευρώ ετησίως στα δημόσια ταμεία. Από αυτά, τα σκάφη αναψυχής συνεισφέρουν περίπου το 10% έως 12% των συνολικών εισπράξεων, δηλαδή περίπου 10 έως 13 εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο.
Το ερώτημα είναι αν μια νέα αύξηση του φόρου θα αυξήσει πραγματικά τα έσοδα ή αν θα οδηγήσει στο ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα. Η εμπειρία δείχνει ότι οι ιδιοκτήτες σκαφών έχουν τη δυνατότητα να μετατρέψουν τα σκάφη τους σε επαγγελματικά, να τα εντάξουν σε καθεστώς ναυλώσεων ή να τα μεταφέρουν σε ξένα νηολόγια και εταιρικές δομές εκτός Ελλάδας.
Πρόκειται για μια πρακτική που ήδη εφαρμόζεται στην αγορά. Αν λοιπόν οι επιβαρύνσεις αυξηθούν υπερβολικά, το πιθανότερο δεν είναι να αυξηθούν τα κρατικά έσοδα, αλλά να μειωθούν. Λιγότερα σκάφη υπό ελληνικό καθεστώς σημαίνει λιγότερα έσοδα από φόρους, ΦΠΑ, λιμενικές χρεώσεις, εισφορές και υπηρεσίες που συνδέονται με το yachting. Μια πολιτική που παρουσιάζεται ως χτύπημα στους «σκαφάτους» μπορεί τελικά να οδηγήσει στην απώλεια ακόμη περισσότερων εσόδων για το ελληνικό δημόσιο και στην έξοδο δραστηριοτήτων από τη χώρα.
Περί μερισμάτων
Η ίδια λογική ισχύει και για τα μερίσματα. Ο τριπλασιασμός της φορολογίας που προτείνει ο Αλέξης Τσίπρας δεν αφορά κάποιους αόρατους αντιπάλους. Αφορά επενδυτές, μικρομετόχους, οικογενειακές επιχειρήσεις και ανθρώπους που επανεπενδύουν κεφάλαια στην ελληνική οικονομία.
Σε μια περίοδο κατά την οποία η χώρα προσπαθεί να προσελκύσει επενδύσεις, να διατηρήσει φορολογική σταθερότητα και να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητά της, η επιστροφή σε συνταγές υπερφορολόγησης θυμίζει έντονα πρακτικές του παρελθόντος. Για χρόνια ο ΣΥΡΙΖΑ, σήμερα ΕΛΑΣ, οικοδόμησε την πολιτική του ταυτότητα πάνω στη σύγκρουση με τις «ελίτ», τους «ολιγάρχες» και τα «μεγάλα συμφέροντα».
Ωστόσο, η πραγματικότητα αποδείχθηκε αρκετά πιο σύνθετη. Οι σχέσεις με ισχυρούς οικονομικούς παράγοντες δεν εξαφανίστηκαν όταν το κόμμα βρέθηκε στην εξουσία. Αντίθετα, πολλές φορές βρέθηκαν στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης. Η εικόνα ενός πρώην πρωθυπουργού που φιλοξενείται σε μια θαλαμηγό αξίας έως 15 εκατομμυρίων ευρώ, υπό βρετανική σημαία, και σήμερα προτείνει νέους φόρους για τους ιδιοκτήτες σκαφών και τους επενδυτές, δημιουργεί εύλογα ερωτήματα.
Οχι μόνο για την αποτελεσματικότητα των μέτρων που εισηγείται, αλλά και για την αξιοπιστία του πολιτικού μηνύματος που επιχειρεί να εκπέμψει.
Η εμπειρία της ελληνικής οικονομίας έχει δείξει πολλές φορές ότι όταν η φορολογία ξεπερνά ένα ορισμένο όριο, οι φορολογούμενοι αναζητούν εναλλακτικές λύσεις. Στην περίπτωση των σκαφών, αυτές οι λύσεις είναι ήδη γνωστές και όπως αναφέραμε πιο πάνω αποτελεί εδώ και χρόνια μία πρακτική που ακολουθείται από σημαντικό αριθμό ιδιοκτητών μεγάλων σκαφών. Τελικά διερωτώνται στην κοινωνία όσοι γνωρίζουν από την οικονομία: Ο Τσίπρας με ποιον είναι. Με την ελίτ ή με τους πολίτες;