«Ο Τσίπρας είναι σαν την Τζοκόντα. Απ’ όποια πλευρά κι αν τον κοιτάξεις, νομίζεις ότι σε κοιτάει».

Η φράση του Αιμίλιου Χειλάκη θα μπορούσε να περάσει ως μια εύσχημη καλλιτεχνική παρομοίωση, αν δεν περιέγραφε στην πραγματικότητα μια από τις πιο χαρακτηριστικές πολιτικές αυταπάτες της τελευταίας δεκαετίας. Την αυταπάτη ότι ένα πρόσωπο χωρίς σταθερό πολιτικό στίγμα μπορεί να εμφανίζεται ταυτόχρονα ως όλα για όλους.

Η Τζοκόντα δεν είναι πολιτικό πρόσωπο. Είναι πίνακας. Και το χαμόγελό της δεν έχει ευθύνες απέναντι σε κανέναν. Μπορεί να ερμηνεύεται ελεύθερα γιατί δεν κυβερνά τίποτα. Όταν όμως μια πολιτική φυσιογνωμία δανείζεται αυτό το αμφίσημο χαμόγελο, τότε δεν μιλάμε για τέχνη. Έχουμε στρατηγική ασάφεια μεταμφιεσμένη σε χάρισμα.

Ο Αλέξης Τσίπρας δεν υπήρξε ποτέ η «αθώα» Τζοκόντα της πολιτικής. Υπήρξε η συστηματική καλλιέργεια ενός προσώπου που έλεγε άλλα στο ένα ακροατήριο και άλλα στο άλλο, με την άνεση ότι το χάσμα ανάμεσα στις δύο εκδοχές θα καλυφθεί από την ανάγκη της στιγμής. Για τον έναν ήταν ριζοσπαστική ρήξη. Για τον άλλον ευρωπαϊκή υπευθυνότητα. Για όλους ήταν αυτό που ήθελαν να πιστέψουν.

Μέχρι που η πραγματικότητα σταμάτησε να συνεργάζεται.

Το 2015 αποκάλυψε με ωμότητα αυτό που η μεταφορά της Τζοκόντας επιχειρεί να εξωραΐσει. Ότι η πολιτική δεν είναι γκαλερί εντυπώσεων. Είναι σύγκρουση επιλογών. Και οι επιλογές δεν έχουν πολλαπλά χαμόγελα. Έχουν συνέπειες.

Το περίφημο «χαμόγελο» του πολιτικού προσωπείου έσπασε όταν η ρητορική της ρήξης συνάντησε την υπογραφή της συνέχειας. Όταν το «όχι» μετατράπηκε σε «ναι» όχι ως σύνθεση, αλλά ως αναγκαστική αναδίπλωση. Εκεί δεν υπήρχε πια χώρος για αισθητικές ερμηνείες. Υπήρχε μόνο πολιτικό κόστος.

Και εδώ βρίσκεται η ουσία που η ρητορική της Τζοκόντας επιχειρεί να αποκρύψει. Ότι η αμφισημία στην πολιτική δεν είναι αρετή. Είναι μέθοδος. Και όταν η μέθοδος γίνει εξουσία, τότε η εικόνα αρχίζει να καταρρέει με την πρώτη πραγματική δοκιμασία.

Ο Τσίπρας δεν αποδείχθηκε «αινιγματικός». Αποδείχθηκε ευμετάβλητος υπό πίεση. Και αυτή είναι πολύ πιο σκληρή διαπίστωση από οποιαδήποτε καλλιτεχνική παρομοίωση.

Η Τζοκόντα μπορεί να σε κοιτάζει από όλες τις πλευρές χωρίς να σε εξαπατά. Γιατί δεν υπόσχεται τίποτα. Ο πολιτικός όμως που υιοθετεί το ίδιο ύφος, αλλά ταυτόχρονα υπόσχεται τα πάντα σε όλους, δεν δημιουργεί μυστήριο. Δημιουργεί προσδοκίες που κάποια στιγμή αναγκαστικά διαψεύδονται.

Και τότε το χαμόγελο δεν φαίνεται πλέον γοητευτικό. Φαίνεται εργαλειακό.

Η πολιτική κρίνεται στο σημείο όπου η εικόνα συναντά την πράξη. Όχι στο πόσο ευπροσάρμοστα μπορεί να ερμηνευτεί ένα πρόσωπο, αλλά στο τι απομένει όταν οι ερμηνείες τελειώσουν.

Και εκεί η «Τζοκόντα» της ελληνικής πολιτικής σκηνής δεν αφήνει μυστήριο πίσω της.

Αφήνει μόνο το ερώτημα πόσο κοστίζει τελικά ένα χαμόγελο όταν σταματά να λειτουργεί ως εικόνα και γίνεται διακυβέρνηση. Την απάντηση την έδωσαν πρόσφατα στο ντοκιμαντέρ του ΣΚΑΪ τόσο ο Γιάννης Στουρνάρας όσο και οι ευρωπαίοι αξιωματούχοι: κοντά στα 100 δισ. ευρώ.