Ο Στέφανος Μάνος έφυγε σήμερα από τη ζωή. Και μαζί του δεν φεύγει απλώς ένας πρώην υπουργός, ένας βουλευτής ή ένας από τους πιο επίμονους εκπροσώπους του φιλελευθερισμού στην ελληνική πολιτική ζωή.

Φεύγει ένας πολιτικός που, για περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες, επέμενε σε κάτι που η ελληνική πολιτική συχνά ξεχνούσε: ότι οι κυβερνήσεις υπάρχουν πρωτίστως για να λύνουν προβλήματα.

Αυτό ήταν ίσως και το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμά του. Ο Μάνος δεν αντιμετώπιζε την πολιτική ως τέχνη της διαχείρισης ισορροπιών, αλλά ως διαδικασία επίλυσης συγκεκριμένων προβλημάτων. Ποιο είναι το πρόβλημα; Ποια είναι η λύση; Πόσο κοστίζει; Ποιος θα την εφαρμόσει; Και, κυρίως, λειτουργεί; Αυτή η προσέγγιση είναι ο φιλελεύθερος πραγματισμός. Φιλελεύθερος, επειδή πίστευε στην ατομική ευθύνη, στην οικονομία της αγοράς, στην επιχειρηματικότητα και σε ένα κράτος μικρότερο αλλά αποτελεσματικότερο. Και πραγματιστής, επειδή δεν θεωρούσε την ιδεολογική συνέπεια σημαντικότερη από το αποτέλεσμα.

Ο ίδιος είχε μια χαρακτηριστική διαδρομή. Από την επιχειρηματική ζωή πέρασε στην πολιτική το 1977 και εξελέγη βουλευτής με τη Νέα Δημοκρατία. Υπηρέτησε στις κυβερνήσεις του Κωνσταντίνου Καραμανλή, του Γεωργίου Ράλλη και του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, αναλαμβάνοντας μεταξύ άλλων τα υπουργεία Δημοσίων Έργων, Περιβάλλοντος, Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. Αργότερα ίδρυσε τους Φιλελευθέρους και συνίδρυσε τη Δράση. Στέφανος Μάνος

Αλλά η πολιτική του διαδρομή έχει ενδιαφέρον όχι μόνο για τις θέσεις που κατέλαβε. Έχει ενδιαφέρον κυρίως για το τι έκανε όταν τις κατέλαβε. Το 1978, ως υφυπουργός Δημοσίων Έργων στην κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή, προχώρησε στην πεζοδρόμηση της Βουκουρεστίου και της Βαλαωρίτου. Η απόφαση προκάλεσε αντιδράσεις. Χρόνια αργότερα ο ίδιος θυμόταν ότι εναντίον του είχαν στραφεί πολλοί και ότι ακόμη και η Ελένη Βλάχου, εκδότρια της Καθημερινής και φίλη του Καραμανλή, είχε γράψει κύρια άρθρα εναντίον της απόφασης. Ο Καραμανλής, όμως, δεν του ζήτησε να υποχωρήσει. Όπως διηγήθηκε ο Μάνος σε συνέντευξή του στην Καθημερινή, το κριτήριο του πρωθυπουργού ήταν «τι είναι καλό για την Ελλάδα».

Η λεπτομέρεια αυτή είναι αποκαλυπτική και για τους δύο άνδρες. Ο Καραμανλής είχε επιλέξει να δώσει στον υπουργό του πολιτικό χώρο για να κάνει κάτι που θεωρούσε σωστό, ακόμη κι όταν αυτό είχε πολιτικό κόστος. Και ο Μάνος είχε την αποφασιστικότητα να το κάνει.

Το ίδιο πνεύμα συναντά κανείς στην Πλάκα. Το επίσημο βιογραφικό του αναφέρει ότι ως υπουργός αναμόρφωσε την περιοχή της Πλάκας, ενώ ο ίδιος έχει περιγράψει την πεζοδρόμηση της Βουκουρεστίου και της Βαλαωρίτου ως την πρώτη μεγάλη παρέμβαση της υπουργικής του διαδρομής. Υπάρχει όμως και μια ακόμη λιγότερο γνωστή, αλλά εξαιρετικά σημαντική πλευρά της σχέσης του με το ιστορικό κέντρο.

Το 1978, ως υφυπουργός Δημοσίων Έργων, ο Μάνος χαρακτήρισε διατηρητέα τα κτίρια της Διονυσίου Αρεοπαγίτου από το 17 έως το 39 και απαγόρευσε την εμπορική χρήση τους. Όπως ο ίδιος έγραψε στην Καθημερινή το 2007, λίγο αργότερα κινήθηκε και η διαδικασία για την αποκατάσταση της όψης τους. Οι αποφάσεις αυτές, όπως παραδεχόταν, είχαν προκαλέσει τότε έντονες αντιδράσεις ιδιοκτητών.

Σήμερα η Διονυσίου Αρεοπαγίτου είναι από τους πιο αναγνωρίσιμους δημόσιους χώρους της Αθήνας. Η τελική της μορφή είναι, ασφαλώς, αποτέλεσμα πολλών παρεμβάσεων, πολλών κυβερνήσεων και πολλών ανθρώπων. Αλλά ο Μάνος υπήρξε από εκείνους που πολύ νωρίς αντιλήφθηκαν ότι η Αθήνα δεν μπορούσε να αντιμετωπίζεται μόνο ως ένα σύστημα δρόμων και οικοπέδων.

Ο Στέφανος Μάνος έβλεπε την πόλη ως δημόσιο αγαθό. Και αυτή η αντίληψη ήταν για την εποχή της κάθε άλλο παρά αυτονόητη.

Η Καθημερινή έχει επισημάνει ότι αυτό που άρχισε ο Μάνος για μια διαφορετική αντίληψη της Αθήνας συνεχίστηκε στη συνέχεια από άλλους πολιτικούς και συνδέθηκε με τη γενικότερη μεταπολιτευτική στροφή προς την προστασία της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς και του δημόσιου χώρου. Αυτός είναι και ο λόγος που το ιστορικό κέντρο της Αθήνας τού οφείλει περισσότερα απ' όσα συνήθως θυμόμαστε.

Όχι επειδή υπήρξε ο μόνος άνθρωπος που το διαμόρφωσε. Αλλά επειδή υπήρξε ένας από τους πολιτικούς που τόλμησαν να αλλάξουν τη σχέση της πόλης με το αυτοκίνητο, την οικοδομή, την εμπορική χρήση και την ιστορική της κληρονομιά.

Από την Αθήνα στα μεγάλα έργα

Το ίδιο μοντέλο σκέψης μεταφέρθηκε αργότερα στα μεγάλα έργα υποδομής. Στην κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη ο Μάνος ανέλαβε αρχικά το υπουργείο Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και στη συνέχεια τα υπουργεία Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. Το επίσημο βιογραφικό του καταγράφει, μεταξύ άλλων, την υπογραφή της σύμβασης του Μετρό, τη συμβολή του στον σχεδιασμό της Αττικής Οδού και την καθιέρωση της απόσυρσης των ρυπογόνων αυτοκινήτων. Για την Αττική Οδό έχουμε μάλιστα μια εξαιρετικά χρήσιμη πρωτογενή πηγή: τον ίδιο τον Μάνο.

Σε κείμενό του το 2004 σημείωνε ότι ήδη από το 1979 είχε επιμείνει να ενταχθεί η τότε λεωφόρος Σταυρού–Ελευσίνας στο Ρυθμιστικό Σχέδιο «Αθήνα 2000», μαζί με το Μετρό και το νέο αεροδρόμιο στα Σπάτα. Περιέγραφε επίσης τις προσπάθειες για την εξασφάλιση της αναγκαίας γης και την εξέλιξη του έργου μέχρι την ολοκλήρωσή του. Εδώ βρίσκεται ίσως ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της πολιτικής του.

Ο Μάνος καταλάβαινε ότι μεγάλα έργα δεν αρχίζουν όταν μπαίνουν τα μηχανήματα στο εργοτάξιο. Αρχίζουν πολύ νωρίτερα: όταν κάποιος τα σχεδιάσει, τα εντάξει σε έναν ευρύτερο σχεδιασμό, εξασφαλίσει τις προϋποθέσεις και επιμείνει μέχρι να γίνουν πραγματικότητα.

Το ίδιο ισχύει και για το Μετρό. Σε μεταγενέστερη συνέντευξή του περιέγραφε την απόφασή του να δημιουργήσει την Αττικό Μετρό ως δημόσια εταιρεία και να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο το Δημόσιο θα επέβλεπε το έργο, επειδή θεωρούσε ότι ο ίδιος ο κρατικός μηχανισμός δεν ήταν κατάλληλα οργανωμένος για να το φέρει εις πέρας.

Αυτό είναι φιλελεύθερος πραγματισμός στην πράξη: όχι «κράτος ή αγορά» ως αφηρημένο δίλημμα, αλλά ποιος μηχανισμός μπορεί να κάνει σωστά τη δουλειά; Το κράτος που πρέπει να μπορεί να κάνει τη δουλειά. Εδώ ίσως βρίσκεται η ουσιαστικότερη συμβολή του Μάνου στη φιλελεύθερη πολιτική σκέψη της μεταπολίτευσης.

Ο φιλελευθερισμός του δεν σήμαινε απλώς «λιγότερο κράτος». Σήμαινε ένα κράτος που δεν πρέπει να κάνει όσα μπορούν να κάνουν καλύτερα οι πολίτες και οι επιχειρήσεις, αλλά που οφείλει να είναι απολύτως ικανό να κάνει όσα του αναλογούν.

Γι' αυτό και δεν υπάρχει αντίφαση ανάμεσα στην πίστη του στην οικονομία της αγοράς και στην επιμονή του για μεγάλα δημόσια έργα.

Το ερώτημα δεν ήταν αν θα δράσει το κράτος. Το ερώτημα ήταν πώς θα δράσει αποτελεσματικά.

Ήδη από τη δεκαετία του 1980, ο Μάνος έγραφε ότι τα προβλήματα της Αττικής μπορούσαν να αντιμετωπιστούν με φιλελεύθερη πολιτική και ότι έργα όπως το Μετρό, το αεροδρόμιο και τα μεγάλα οδικά έργα μπορούσαν να αξιοποιήσουν την ιδιωτική πρωτοβουλία.

Αυτός ο συνδυασμός φιλελεύθερης ιδεολογίας και πρακτικής διοίκησης ήταν που τον έκανε ξεχωριστό και συχνά «δύσκολο».

Γιατί ο Μάνος δεν είχε ιδιαίτερη διάθεση να προσαρμόζει τις απόψεις του στις απαιτήσεις της κομματικής σκοπιμότητας. Ήταν πολιτικός της λύσης, όχι της κομματικής συναίνεσης. Και αυτό είχε κόστος.

Καραμανλής και Μητσοτάκης

Η σχέση του με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη φωτίζει αυτή ακριβώς την πλευρά της προσωπικότητάς του.

Με τον Καραμανλή βρήκε τον πολιτικό χώρο για να εφαρμόσει τολμηρές παρεμβάσεις στην Αθήνα και στο περιβάλλον. Με τον Μητσοτάκη βρήκε ένα πολύ ευρύτερο πεδίο για να προωθήσει υποδομές, μεταρρυθμίσεις και μια διαφορετική αντίληψη για τη λειτουργία της οικονομίας και του κράτους. Το επίσημο βιογραφικό του καταγράφει αυτή τη συνέχεια των κυβερνητικών του ευθυνών.

Δεν ήταν δύο ίδιοι πρωθυπουργοί. Ούτε ο Μάνος ήταν ίδιος πολιτικός σε όλες τις περιόδους της διαδρομής του. Υπήρχε όμως ένας κοινός τόπος: η αναγνώριση ότι ορισμένα προβλήματα απαιτούν ανθρώπους που είναι διατεθειμένοι να πάρουν αποφάσεις και να αναλάβουν το κόστος τους.

Ο ίδιος ο Μάνος, μιλώντας στην Καθημερινή το 2024 για τη σχέση του με τον Καραμανλή, έδωσε μια πολύ χαρακτηριστική περιγραφή: ο πρωθυπουργός ενδιαφερόταν για το έργο που έκανε και, σύμφωνα με τον Μάνο, δεν στάθηκε εμπόδιο προτάσσοντας το κομματικό ή πολιτικό συμφέρον. Το κριτήριο ήταν τι ήταν καλό για τη χώρα.

Αυτό ακριβώς είναι ίσως το στοιχείο που αξίζει να κρατήσουμε σήμερα.

Η πολιτική του αποτελέσματος

Ο Στέφανος Μάνος δεν κέρδισε όλες τις πολιτικές του μάχες. Δεν κατάφερε να κάνει τον ελληνικό φιλελευθερισμό την κυρίαρχη πολιτική δύναμη που θα ήθελε. Συγκρούστηκε με κόμματα, με συναδέλφους, με συμφέροντα και πολλές φορές με την ίδια την κοινή γνώμη.

Κέρδισε όμως ορισμένες μάχες που αποδείχθηκαν σημαντικότερες από την εκλογική τους απόδοση.

Κέρδισε μια πεζοδρομημένη Βουκουρεστίου.

Κέρδισε μια διαφορετική Πλάκα.

Συνέβαλε στη διάσωση και την ανάδειξη της Διονυσίου Αρεοπαγίτου.

Συνέβαλε στην προώθηση του Μετρό, της Αττικής Οδού και του νέου αεροδρομίου.

Και, κυρίως, άφησε στην ελληνική πολιτική μια παρακαταθήκη: να κρίνουμε τις πολιτικές από το αποτέλεσμα που παράγουν και όχι από τις προθέσεις εκείνων που τις εξαγγέλλουν.

Αυτή είναι ίσως η πιο επίκαιρη πλευρά της κληρονομιάς του.

Σε μια χώρα όπου η μεταρρύθμιση συχνά ταυτίζεται με την ανακοίνωσή της, ο Μάνος επέμενε στην εφαρμογή. Σε μια πολιτική κουλτούρα όπου η διαφωνία συχνά τελειώνει με την καταγγελία, εκείνος αναζητούσε τη λύση. Και σε ένα κράτος όπου συχνά θεωρούμε φυσιολογικό να μη λειτουργεί τίποτε, επέμενε στην απλή αλλά επαναστατική ιδέα ότι κάποιος πρέπει να είναι υπεύθυνος ώστε να λειτουργήσει.

Ήταν πολλές φορές απότομος. Ήταν συχνά ενοχλητικός. Ήταν αδύνατο να τον κατατάξεις εύκολα. Αλλά ήταν χρήσιμος. Και η χρησιμότητα ενός πολιτικού δεν μετριέται μόνο από το πόσες ψήφους συγκέντρωσε ή πόσα χρόνια έμεινε στην εξουσία. Μερικές φορές μετριέται στους δρόμους της πόλης. Μετριέται όταν περπατάς στη Βουκουρεστίου. Όταν διασχίζεις τη Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Όταν αφήνεις το αυτοκίνητο και παίρνεις το Μετρό. Όταν κινείσαι στην Αττική Οδό. Όταν χρησιμοποιείς ένα αεροδρόμιο που κάποτε υπήρχε μόνο ως σχέδιο.

Οι πόλεις είναι γεμάτες από αποφάσεις που κάποτε προκάλεσαν αντιδράσεις και σήμερα θεωρούμε αυτονόητες. Αυτό είναι, τελικά, ένα από τα παράδοξα της πολιτικής: οι πιο σημαντικές αποφάσεις της μπορεί κάποτε να είναι οι πιο αντιδημοφιλείς. Ο Στέφανος Μάνος είχε την τόλμη να τις πάρει. Και είχε ακόμη μεγαλύτερη τόλμη να επιμένει ότι η πολιτική δεν κρίνεται από το αν όλοι συμφωνούν μαζί σου τη στιγμή που αποφασίζεις. Κρίνεται από το αν, χρόνια αργότερα, η ζωή των ανθρώπων έχει γίνει καλύτερη. Αυτός είναι ο φιλελεύθερος πραγματισμός που αφήνει πίσω του. Και αυτή είναι ίσως η πιο ουσιαστική μορφή πολιτικής παρακαταθήκης. Προσωπικά είχε την ευκαιρία και τη τύχη να τον γνωρίσω και μάλιστα μαζί με τον Αντώνη Τρίτση να κάνω μια καταπληκτική εκπομπή στο ραδιόφωνο. Μια ξεχωριστή συνέντευξη μετά μουσικής, όπου ο Μάνος και ο Τρίτσης τραγούδησαν live για τους ακροατές του σταθμού! Αυτός ήταν ο Μάνος. Αυθόρμητος, αυθεντικός και ακομπλεξάριστος. Αξέχαστος!

Πηγές

Το κείμενο βασίζεται κυρίως σε πρωτογενείς και αρχειακές πηγές:

Στέφανος Μάνος, «Βιογραφικό», προσωπικός ιστότοπος.

Στέφανος Μάνος, «Αττική Οδός, 8/6/2004», προσωπικός ιστότοπος.

Στέφανος Μάνος, «Προτάσεις και ιδέες για την Ελλάδα του αύριο – το μέλλον δεν περιμένει», προσωπικός ιστότοπος.

Άρθρο στη Καθημερινή, «Τα διατηρητέα της Διονυσίου Αρεοπαγίτου»,

Η Καθημερινή, «Στέφανος Μάνος: “Τι κατάφερε η ΝΔ; Να μείνει εν ζωή”», 4.10.2024.

Η Καθημερινή, «Η Αθήνα από το 1975 έως το 1980», για την εξέλιξη της αντίληψης γύρω από την πόλη και τη συμβολή του Μάνου.