Με φόντο τις λαϊκές αγορές, ο Νίκος Ανδρουλάκης επιχείρησε για ακόμη μία φορά να φορέσει τον μανδύα του «υπερασπιστή της κοινωνίας».

Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ μοίρασε γενικόλογες διαπιστώσεις για την ακρίβεια και υποσχέσεις περί «δίκαιης φορολόγησης», χωρίς όμως ούτε μία συγκεκριμένη, κοστολογημένη ή εφαρμόσιμη πρόταση.

Το ΠΑΣΟΚ εμφανίζεται ξανά να καταγγέλλει τα πάντα και τους πάντες, επενδύοντας στη ρητορική της αγανάκτησης, την ώρα που αποφεύγει συστηματικά να απαντήσει στο βασικό ερώτημα: πώς ακριβώς θα γίνουν όλα αυτά που υπόσχεται.

Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ μίλησε για κοινωνικό διάλογο, αλλά το κόμμα του έχει μείνει εγκλωβισμένο σε έναν πολιτικό μονόλογο χωρίς πυξίδα, ανακυκλώνοντας τα ίδια συνθήματα περί «ολιγοπωλίων» και «αδικιών», λες και ανακάλυψε ξαφνικά την αγορά και την παραγωγή.

Το ΠΑΣΟΚ αδυνατεί να αρθρώσει έναν συνεκτικό, πειστικό λόγο που να εμπνέει εμπιστοσύνη στους πολίτες.

Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη αντιμετωπίζει την ακρίβεια με στοχευμένες παρεμβάσεις, φορολογικές ελαφρύνσεις, ενίσχυση του εισοδήματος και πολιτικές που στηρίζουν τόσο τον παραγωγό όσο και τον καταναλωτή, μέσα σε ένα εξαιρετικά δύσκολο διεθνές περιβάλλον. Αντί για μεγάλα λόγια και αόριστες δεσμεύσεις «ως κυβέρνηση», η Νέα Δημοκρατία υλοποιεί πολιτικές στην πράξη, με μετρήσιμα αποτελέσματα.

Το ΠΑΣΟΚ, από την άλλη, παραμένει εγκλωβισμένο ανάμεσα στο παρελθόν του και σε μια αμήχανη αντιπολίτευση του παρόντος, καταγγέλλοντας χωρίς σχέδιο και υποσχόμενο χωρίς αντίκρισμα.

Και όσο ο Νίκος Ανδρουλάκης συνεχίζει να επενδύει στη ρητορική της εύκολης κριτικής, τόσο απομακρύνεται από τον ρόλο μιας αξιόπιστης εναλλακτικής, αφήνοντας την κυβέρνηση να προχωρά μόνη της στη διαχείριση των πραγματικών προβλημάτων της κοινωνίας.