Με επίθεση στον Κακλαμάνη επιχειρεί το ΠΑΣΟΚ να αποδράσει από τη συναίνεση για την επιλογή νέων επικεφαλής Ανεξάρτητων Αρχών.
Μια εκκρεμότητα που έρχεται από το παρελθόν επιχειρεί να κλείσει η κυβέρνηση, επαναφέροντας στο προσκήνιο το ζήτημα της επιλογής των επικεφαλής των Ανεξάρτητων Αρχών, αναζητώντας ταυτόχρονα την αναγκαία πολιτική συναίνεση για να προχωρήσει μια διαδικασία που παραμένει παγωμένη εδώ και μήνες.
Το εγχείρημα, ωστόσο, συναντά εκ νέου τις γνωστές θεσμικές ενστάσεις και τις πολιτικές επιφυλάξεις του ΠΑΣΟΚ, το οποίο, επικαλούμενο το σύνταγμα και τον ρόλο της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής, εμφανίζεται να φρενάρει την πρωτοβουλία Μητσοτάκη.
Με ανακοίνωσή της η Χαριλάου Τρικούπη –που απροκάλυπτα προσπαθεί να βάλει εμπόδια– στοχοποιεί ευθέως τον Νικήτα Κακλαμάνη, υποστηρίζοντας ότι «επιχειρεί να καθοδηγήσει τις διαδικασίες», ενώ –κατά το ΠΑΣΟΚ– θα όφειλε να λειτουργεί αποκλειστικά ως «θεσμικός θεματοφύλακας».
Ο Νίκος Ανδρουλάκης, δε, επικαλείται το σύνταγμα και τη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής ως το μοναδικό αρμόδιο όργανο, αλλά δεν εξηγεί γιατί εδώ και μήνες οι Ανεξάρτητες Αρχές παραμένουν ακέφαλες και γιατί κάθε προσπάθεια επιτάχυνσης αντιμετωπίζεται με καχυποψία και υψηλούς τόνους. Προφανώς, στη Χαριλάου Τρικούπη φοβούνται μια δήθεν ταύτιση με τη Νέα Δημοκρατία, αφήνοντας έτσι ένα ιδιαίτερα σοβαρό ζήτημα να σέρνεται.
Την ίδια στιγμή, στο «πρωτοχρονιάτικο καφέ» της Πλατείας Κολωνακίου, ο Κυριάκος Μητσοτάκης συναντήθηκε με τον Κωνσταντίνο Τασούλα, τον Νικήτα Κακλαμάνη και τον Άδωνι Γεωργιάδη. Σύμφωνα με πληροφορίες, στο επίκεντρο της συζήτησης βρέθηκε η ανάγκη να κινηθούν άμεσα οι διαδικασίες για την πλήρωση των κενών στις Ανεξάρτητες Αρχές, με αναζήτηση συναίνεσης και όχι μετωπικής σύγκρουσης.
Ο πρωθυπουργός, μάλιστα, φέρεται να ζήτησε ρητά από τον Νικήτα Κακλαμάνη να επισπευσθεί η σύγκληση της Διάσκεψης των Προέδρων, με στόχο την εξασφάλιση της απαιτούμενης πλειοψηφίας των 3/5. Πρόκειται για μια κίνηση που ερμηνεύεται ως προσπάθεια θεσμικής αποκατάστασης και όχι πολιτικού αιφνιδιασμού.
Άλλωστε, το πρόβλημα είναι υπαρκτό: η Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών και η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα παραμένουν ακέφαλες μετά τις παραιτήσεις των Χρήστου Ράμμου και Κωνσταντίνου Μενουδάκου, ενώ η θητεία του Συνηγόρου του Πολίτη, Ανδρέα Ποττάκη, έχει παραταθεί άτυπα.
Σύγκρουση λογικής
Σε αυτό το σημείο, η στάση του ΠΑΣΟΚ προκαλεί εύλογα ερωτήματα. Από τη μία, δηλώνει υπέρ της συναίνεσης και της διαφάνειας. Από την άλλη, απορρίπτει κάθε πρωτοβουλία που δεν κινείται απολύτως εντός του δικού του πλαισίου, καταγγέλλοντας προθέσεις και διαδικασίες πριν καν αυτές εκδηλωθούν θεσμικά. Η πρόταση του Νίκου Ανδρουλάκη για ανοιχτή πρόσκληση ενδιαφέροντος ουσιαστικά μετατρέπεται σε προϋπόθεση που αν δεν υιοθετηθεί πλήρως, οδηγεί σε πολιτικό «πάγωμα» και άρα στη συνέχιση μιας κατάστασης που δεν ωφελεί κανέναν.
Σε κάθε περίπτωση, δεν είναι η πρώτη φορά που το ΠΑΣΟΚ εμφανίζεται να εμποδίζει την ίδια τη λειτουργία των θεσμών επικαλούμενο προφάσεις προκειμένου να αναδείξει μια δήθεν διακριτή γραμμή από τη Νέα Δημοκρατία. Η κυβέρνηση, από την πλευρά της, δείχνει να επιδιώκει το ελάχιστο αναγκαίο: να υπάρχει λειτουργικότητα, να καλυφθούν τα κενά και να μην παραμένουν κρίσιμες Ανεξάρτητες Αρχές σε καθεστώς θεσμικής εκκρεμότητας. Η αναζήτηση συναίνεσης με το ΠΑΣΟΚ δεν είναι πολιτική παραχώρηση αλλά συνταγματική αναγκαιότητα.
Όταν, όμως, η συναίνεση μετατρέπεται σε διαρκή άρνηση, τότε το πρόβλημα γίνεται πολιτικό και η οποιαδήποτε λύση καθίσταται δύσκολη. Άλλωστε, ο πρωθυπουργός έχει ξεκαθαρίσει ότι δεν επιθυμεί να αναζητεί διαφορετικές κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες…
Η αντιπαράθεση Κακλαμάνη-Ανδρουλάκη συμπυκνώνει ακριβώς αυτή τη σύγκρουση λογικών: από τη μία, την ανάγκη να προχωρήσουν οι θεσμοί, από την άλλη, την επιλογή της καθυστέρησης στο όνομα μιας ιδεατής –και συχνά απροσδιόριστης– θεσμικής «τελειότητας», η οποία στην πράξη λειτουργεί περισσότερο ως πολιτικό άλλοθι παρά ως ρεαλιστική πρόταση διεξόδου.
Η επιμονή σε συγκεκριμένες προϋποθέσεις, οι οποίες τίθενται ως απαράβατοι όροι και όχι ως αντικείμενο διαβούλευσης, οδηγεί εκ των πραγμάτων σε αδιέξοδο. Και αυτό το αδιέξοδο δεν βαραίνει αφηρημένα τους «θεσμούς», αλλά συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές, οι οποίες ποδηγετούνται από συμφέροντα κι όχι από τις πραγματικές ανάγκες πλήρωσης κρίσιμων Ανεξάρτητων Αρχών. Και ο Νίκος Ανδρουλάκης, ως φαίνεται, έχει αρχίσει ένα ιδιότυπο blame game ώστε να βγάλει ο ίδιος την ευθύνη από πάνω του…

