Το κόμμα Τσίπρα βρίσκεται σε αδιέξοδο, αφού η δεξαμενή στελεχών φαίνεται πως εξαντλείται σε άτομα από την προηγούμενη θητεία του.

Όλο και πιο έντονη γίνεται το τελευταίο διάστημα η εκτίμηση πολιτικών παρατηρητών ότι το εγχείρημα επανατοποθέτησης του Αλέξη Τσίπρα όχι μόνο δεν προχωρά μπροστά, αλλά δείχνει να ανακυκλώνει το παρελθόν. Παρά τις προσπάθειες να διατηρηθεί μια εικόνα κινητικότητας και πολιτικής παρουσίας, αρκετοί αναλυτές υποστηρίζουν ότι το πρόβλημα είναι βαθύτερο και δεν μπορεί να καλυφθεί ούτε με περιοδείες ούτε με συμβολικές παρεμβάσεις.

Σύμφωνα με πληροφορίες που κυκλοφορούν στο πολιτικό παρασκήνιο, το βασικό αδιέξοδο αφορά την αδυναμία του περιβάλλοντος Τσίπρα να εντοπίσει και να αναδείξει πραγματικά «νέα» πρόσωπα. Παρά τις συζητήσεις περί ανανέωσης, η δεξαμενή στελεχών φαίνεται να εξαντλείται στα γνωστά ονόματα του παλαιού ΣΥΡΙΖΑ, πρόσωπα που έχουν δοκιμαστεί, φθαρεί και, κατά πολλούς, ταυτιστεί με τις ήττες και τα αδιέξοδα της προηγούμενης περιόδου.

«Με το παλιό ράφι δεν στήνεται νέο μαγαζί», σχολιάζουν με νόημα πολιτικοί αναλυτές, επισημαίνοντας ότι η κοινωνία έχει αλλάξει πολύ περισσότερο απ’ όσο δείχνει να αντιλαμβάνεται το επιτελείο του πρώην πρωθυπουργού. Οι ίδιοι τονίζουν ότι η επαναφορά γνώριμων στελεχών όχι μόνο δεν δημιουργεί δυναμική, αλλά ενισχύει την εντύπωση πολιτικής οπισθοδρόμησης και αδυναμίας αυτοκριτικής.

Η κριτική αυτή γίνεται ακόμη πιο έντονη αν συνδυαστεί με την απουσία ενός καθαρού, σύγχρονου πολιτικού αφηγήματος. Όπως σημειώνουν παρατηρητές, δεν αρκεί η αναφορά στις «παλιές μάχες» ή στην κυβερνητική εμπειρία της περιόδου 2015-2019. Το πολιτικό περιβάλλον έχει μεταβληθεί, οι κοινωνικές αγωνίες είναι διαφορετικές και η κόπωση απέναντι σε πρόσωπα και λογικές του παρελθόντος είναι εμφανής, ιδιαίτερα στις νεότερες γενιές.

Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο Αλέξης Τσίπρας επιλέγει, τουλάχιστον προς το παρόν, έναν έμμεσο δρόμο πολιτικής παρουσίας. Αντί για ξεκάθαρες κομματικές πρωτοβουλίες, συνεχίζει τις παρουσιάσεις του βιβλίου του «Ιθάκη», αξιοποιώντας αυτές ως πλατφόρμα πολιτικού σχολιασμού και παρέμβασης. Μετά την Αθήνα, την Πάτρα και τη Θεσσαλονίκη, η περιοδεία επεκτείνεται σε επαρχιακές πόλεις, σε μια προφανή προσπάθεια διατήρησης επαφής με το αριστερό πολιτικό ακροατήριο της περιφέρειας.

Ωστόσο, αρκετοί εκτιμούν ότι αυτή η στρατηγική περισσότερο θυμίζει «πολιτική αναμονής» παρά ουσιαστική επανεκκίνηση. Οι παρουσιάσεις του βιβλίου λειτουργούν ως ασφαλές περιβάλλον: επιτρέπουν παρεμβάσεις χωρίς άμεση πολιτική δέσμευση, κριτική χωρίς κόστος και παρουσία χωρίς ξεκάθαρες απαντήσεις. Για τους επικριτές, πρόκειται για μια επιλογή που κερδίζει χρόνο, αλλά δεν δίνει απαντήσεις.

Ο επόμενος σταθμός, τα Ιωάννινα, αποκτά ιδιαίτερο συμβολισμό. Πρόκειται για μια πόλη με ισχυρό πολιτικό και πνευματικό αποτύπωμα, όπου ο πρώην πρωθυπουργός αναμένεται –όπως και αλλού– να σχολιάσει τις πολιτικές εξελίξεις μέσω της παρουσίασης της «Ιθάκης». Και εδώ, όμως, το ερώτημα παραμένει: πρόκειται για ουσιαστική πολιτική παρέμβαση ή για έναν ακόμη κύκλο ελεγχόμενης δημόσιας έκθεσης;

Οι πιο αυστηροί αναλυτές υποστηρίζουν ότι όσο δεν εμφανίζονται νέα πρόσωπα, νέες ιδέες και σαφές σχέδιο, καμία περιοδεία δεν μπορεί να αντιστρέψει την εικόνα. «Η πολιτική δεν ανακυκλώνεται όπως τα κείμενα ενός βιβλίου», σημειώνουν, τονίζοντας ότι η κοινωνία ζητά προτάσεις για το μέλλον και όχι επαναλήψεις του παρελθόντος.

Ο προβληματισμός στο επιτελείο του Αλέξη Τσίπρα εντείνεται και για έναν ακόμα λόγο το τελευταίο διάστημα, καθώς τα διαθέσιμα δημοσκοπικά στοιχεία –ιδίως τα ποιοτικά– σκιαγραφούν ένα πολιτικό τοπίο πιο σύνθετο και ρευστό από ό,τι αρχικά αναμενόταν.

Πέρα από τις παραδοσιακές μετακινήσεις ψηφοφόρων μεταξύ των γνωστών κομμάτων, αναδεικνύεται πλέον και η δυναμική νέων ή «εκκολαπτόμενων» πολιτικών σχηματισμών, οι οποίοι φαίνεται να κερδίζουν έδαφος στον χώρο της αντιπολίτευσης, κυρίως σε επίπεδο κοινωνικής απήχησης και αξιοπιστίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση της Μαρίας Καρυστιανού, το όνομα της οποίας εμφανίζεται να συγκεντρώνει κάποια αντισυστημικά ποιοτικά χαρακτηριστικά.

Στη Λ. Αμαλίας –όπου είναι το γραφείο του πρώην πρωθυπουργού– το μήνυμα είναι διττό. Από τη μία πλευρά, καταγράφεται μια σαφής κόπωση απέναντι στον κλασικό πολιτικό λόγο και στα πρόσωπα που έχουν μακρά κυβερνητική ή κομματική διαδρομή. Από την άλλη, αναδεικνύεται η ανάγκη για ανανέωση του αφηγήματος, με μεγαλύτερη έμφαση σε ζητήματα θεσμικής αξιοπιστίας, κοινωνικής δικαιοσύνης και ουσιαστικής εκπροσώπησης των πολιτών.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο προβληματισμός δεν αφορά μόνο τα ποσοστά, αλλά κυρίως το περιεχόμενο της πολιτικής πρότασης. Αν τα ποιοτικά στοιχεία συνεχίσουν να ευνοούν νέες παρουσίες, τότε το στοίχημα για τον Αλέξη Τσίπρα και το επιτελείο του θα συνεχίσει να βρίσκει εμπόδια.

Από την πλευρά των υποστηρικτών του Αλέξη Τσίπρα, η απάντηση είναι ότι η παρούσα φάση δεν προσφέρεται για βεβιασμένες κινήσεις. Υποστηρίζουν ότι η κοινωνία βρίσκεται σε ρευστότητα και ότι η σταδιακή επαναφορά στον δημόσιο διάλογο είναι πιο αποτελεσματική από μια πρόωρη πολιτική επιστροφή. Ωστόσο, ακόμη και φίλα προσκείμενοι αναγνωρίζουν ότι ο χρόνος δεν είναι απεριόριστος.

Το κρίσιμο ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν ο Αλέξης Τσίπρας θα συνεχίσει τις εμφανίσεις του ή αν το βιβλίο του θα παρουσιαστεί σε περισσότερες πόλεις. Το ερώτημα είναι αν υπάρχει πραγματική πρόθεση ρήξης με το δικό του παρελθόν ή αν το εγχείρημα θα μείνει εγκλωβισμένο σε μια διαρκή ανακύκλωση γνωστών προσώπων και ιδεών.

Για την ώρα, η εικόνα που εκπέμπεται, σύμφωνα με πολλούς πολιτικούς παρατηρητές, είναι αυτή ενός χώρου που κοιτάζει περισσότερο πίσω παρά μπροστά. Και όσο δεν αλλάζει αυτό, όσες «Ιθάκες» κι αν παρουσιαστούν, το πολιτικό ταξίδι κινδυνεύει να μη γίνει ποτέ.