Έντεκα χρόνια μετά το 2015, ο Αλέξης Τσίπρας και το πολιτικό του περιβάλλον εξακολουθούν να αποφεύγουν κάθε συζήτηση για το τρίτο μνημόνιο.

Όχι τυχαία. Το τρίτο μνημόνιο αποτελεί την πιο αδιάψευστη απόδειξη ότι η μεγαλύτερη πολιτική υπόσχεση της Αριστεράς στη μεταπολίτευση κατέληξε σε ιστορική διάψευση με τεράστιο οικονομικό και κοινωνικό κόστος. Και όσο κι αν επιχειρείται η αναδιατύπωση της ιστορίας, υπάρχουν αριθμοί που δεν σβήνονται, αποφάσεις που δεν διαγράφονται και ευθύνες που δεν παραγράφονται.

Αχρείαστη σύγκρουση

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ παρέλαβε στις αρχές του 2015 μια χώρα εξαντλημένη αλλά όχι ακυβέρνητη. Το 2014 η ελληνική οικονομία είχε επιστρέψει σε θετικό ρυθμό ανάπτυξης, το πρωτογενές αποτέλεσμα ήταν πλεονασματικό, η ανεργία είχε αρχίσει να υποχωρεί και το τραπεζικό σύστημα λειτουργούσε χωρίς περιορισμούς.

Υπήρχε ενεργό πρόγραμμα στήριξης, πρόσβαση στη χρηματοδότηση και σαφής προοπτική συζήτησης για τη βιωσιμότητα του χρέους. Δεν υφίστατο καμία αντικειμενική ανάγκη για ρήξη, ούτε καν για νέο μνημόνιο. Επέλεξε όμως να επενδύσει πολιτικά στη σύγκρουση, πιστεύοντας ότι η πραγματικότητα θα υποχωρούσε μπροστά στη ρητορική.

Η λεγόμενη «περήφανη διαπραγμάτευση» αποδείχθηκε καταστροφική. Η αβεβαιότητα οδήγησε σε φυγή καταθέσεων άνω των 40 δισεκατομμυρίων ευρώ, η οικονομία πάγωσε, οι επενδύσεις μηδενίστηκαν και η εμπιστοσύνη που είχε αρχίσει να αποκαθίσταται εξαϋλώθηκε.

Το κλείσιμο των τραπεζών και η επιβολή capital controls αποτέλεσαν κορυφαία στιγμή εθνικού εξευτελισμού, με ανυπολόγιστο κόστος για την πραγματική οικονομία, τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και την κοινωνική συνοχή. Χιλιάδες λουκέτα και ζημιά στο παραγωγικό δυναμικό της χώρας που δεν αποκαταστάθηκε ούτε τα επόμενα χρόνια. Η συνολική οικονομική απώλεια αυτής της περιόδου, σύμφωνα με συγκλίνουσες εκτιμήσεις, κυμάνθηκε μεταξύ 80 και 100 δισεκατομμυρίων ευρώ, ποσό που βαραίνει ακόμη τις πλάτες της ελληνικής κοινωνίας.

Το δημοψήφισμα του Ιουλίου 2015 δεν ήταν πράξη αντίστασης, αλλά πολιτικός τυχοδιωκτισμός. Το 61,3% του «Όχι» δεν αξιοποιήθηκε ως διαπραγματευτικό όπλο, αλλά ακυρώθηκε μέσα σε λίγες ημέρες, μετατρεπόμενο σε «Ναι» με όρους σκληρότερους από εκείνους που είχαν απορριφθεί. Το τρίτο μνημόνιο, ύψους έως 86 δισεκατομμυρίων ευρώ, δεν επιβλήθηκε από κάποια αδήριτη ανάγκη, αλλά υπογράφηκε ως αποτέλεσμα πολιτικής αποτυχίας. Και αυτή η αποτυχία έχει το ονοματεπώνυμο του Αλέξη Τσίπρα.

Τα μέτρα που συνόδευσαν το τρίτο μνημόνιο ήταν βαρύτερα και βαθύτερα από κάθε προηγούμενο πακέτο. Η φορολογία εκτοξεύθηκε, με τον ΦΠΑ στο 24%, με εξόντωση της μεσαίας τάξης και με προκαταβολές φόρου που έφτασαν το 100%. Το ασφαλιστικό αναδομήθηκε με τρόπο που τιμώρησε τους παραγωγικούς πολίτες, με εισφορές που σε πολλές περιπτώσεις άγγιξαν ή και ξεπέρασαν το 35% του εισοδήματος, οδηγώντας χιλιάδες επαγγελματίες είτε στο κλείσιμο είτε στη φυγή στο εξωτερικό. Οι συντάξεις μειώθηκαν άμεσα ή έμμεσα, παρά τις προεκλογικές διαβεβαιώσεις περί «καμίας νέας περικοπής», ενισχύοντας το αίσθημα εξαπάτησης σε ευρείες κοινωνικές ομάδες.

Πολιτικοί παρατηρητές πιστεύουν ότι η δημιουργία του Υπερταμείου, με μεταφορά δημόσιας περιουσίας αξίας άνω των 50 δισεκατομμυρίων ευρώ για 99 χρόνια, αποτέλεσε μια άνευ προηγουμένου δέσμευση εθνικής κυριαρχίας, υπογεγραμμένη από εκείνους που κατήγγελλαν τους προκατόχους τους ως «γερμανοτσολιάδες». Τα πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ για μακρά περίοδο σήμαιναν μόνιμη λιτότητα δισεκατομμυρίων κάθε χρόνο, στραγγαλισμό της ανάπτυξης και διαρκή μεταφορά βάρους στο μέλλον, στερώντας από τη χώρα τη δυνατότητα γρήγορης και ουσιαστικής ανάκαμψης.

Το πιο αμείλικτο στοιχείο, όμως, είναι το χρέος. Παρά τις θυσίες, παρά τη λιτότητα, τις περικοπές και τους φόρους, το δημόσιο χρέος όχι μόνο δεν μειώθηκε, αλλά αυξήθηκε από περίπου 317 δισεκατομμύρια ευρώ το 2014 σε περίπου 356 δισεκατομμύρια το 2018, ξεπερνώντας το 185% του ΑΕΠ. Δηλαδή, η χώρα βγήκε από το τρίτο μνημόνιο πιο χρεωμένη, πιο δεσμευμένη και με λιγότερα εργαλεία πολιτικής απ’ όταν είχε μπει.

Αυτός είναι και ο λόγος που ο Αλέξης Τσίπρας και οι υποστηρικτές του αντιδρούν νευρικά όταν γίνεται λόγος για αυτό. Διότι δεν πρόκειται για αναγκαστική υποχώρηση, αλλά για την πλήρη ανατροπή του δικού τους αφηγήματος. Εκείνοι που υπόσχονταν ότι θα σκίσουν τα μνημόνια, υπέγραψαν το βαρύτερο απ’ όλα. Εκείνοι που κατήγγελλαν τη λιτότητα, την εφάρμοσαν με μεγαλύτερη διάρκεια και ένταση. Και εκείνοι που μιλούσαν στ’ όνομα των «πολλών», φόρτωσαν το κόστος σε όσους τους πίστεψαν.

Ζωντανή υπενθύμιση

Η συζήτηση για το τρίτο μνημόνιο δεν ενοχλεί επειδή ανήκει στο παρελθόν. Ενοχλεί επειδή αποτελεί ζωντανή υπενθύμιση πολιτικής αυταπάτης και εθνικού κόστους. Όσο κι αν επιχειρείται η μετατόπιση της ευθύνης ή η ηθικολογική αντιστροφή των ρόλων, τα γεγονότα παραμένουν αμείλικτα.

Το τρίτο μνημόνιο δεν ήταν ιστορική αναγκαιότητα. Ήταν πολιτική επιλογή που κατέληξε σε αποτυχία. Και αυτή η αποτυχία έχει την υπογραφή του Αλέξη Τσίπρα. Γι’ αυτό οι πολιτικοί παρατηρητές πιστεύουν ότι όλα αυτά θα τον ακολουθούν και στο επιχειρούμενο rebranding.