Το σχέδιο «νέος Τσίπρας» δεν έσκασε με θόρυβο ούτε προκάλεσε σοκ.
Απέτυχε αργά, βασανιστικά και αθόρυβα μπροστά σε ένα κοινό που δεν συγκινείται, γιατί έχει ήδη κρίνει και έχει ήδη απορρίψει. Το rebranding δεν δοκιμάζεται. Έχει ήδη αποτύχει.
Εδώ και καιρό, ο Αλέξης Τσίπρας προσπαθεί να μας πείσει ότι δεν είναι πια ο πολιτικός που έγινε σύμβολο ρήξης και διαχείρισης βαριάς ήττας. Εμφανίζεται πιο ήρεμος, πιο μετρημένος, με λόγο προσεκτικά αποστειρωμένο από ένταση και σύγκρουση, προτιμώντας γενικές διαπιστώσεις για τον κόσμο που αλλάζει, την τεχνολογία και τις διεθνείς ισορροπίες, αποφεύγοντας επιμελώς να σταθεί στο παρελθόν που τον βαραίνει. Ο ΣΥΡΙΖΑ παρακάμπτεται, οι επιλογές του 2015 υποβαθμίζονται, με την ελπίδα ότι ο χρόνος θα τις εξαλείψει. Δεν τις εξαλείφει.
Το Ινστιτούτο Αλέξη Τσίπρα έγινε ο βασικός μηχανισμός αυτής της μετάλλαξης. Εκεί, οι επιλογές του 2015 παρουσιάστηκαν ως εμπειρία ωρίμανσης και όχι ως βαθύ τραύμα. Οι διεθνείς προσωπικότητες έδωσαν κύρος και φωτογραφίες, όχι όμως νομιμοποίηση στο εσωτερικό. Ο Τσίπρας μοιάζει περισσότερο με πολιτικό εξαγωγής παρά με ηγέτη που μιλάει στη βάση του.
Την ίδια στιγμή, το ΠΑΣΟΚ, που υποτίθεται ότι θα απορροφούσε ή θα υπερέβαινε, παραμένει σταθερό, αμήχανο βέβαια και χωρίς ουσιαστική δυναμική, δείχνοντας ότι η απλή παρουσία δεν αρκεί για να επηρεάσει το πολιτικό παιχνίδι. Ο Τσίπρας δεν καταφέρνει να του πάρει ψήφους ούτε να διευρύνει το δικό του κοινό, αποδεικνύοντας ότι η στρατηγική επανασυσπείρωσής του είναι ανεπαρκής. Ο Νίκος Ανδρουλάκης από την άλλη εμφανίζεται περισσότερο ως διαχειριστής αυτής της στασιμότητας παρά ως ηγέτης με όραμα, αφήνοντας τον χώρο της Κεντροαριστεράς παγωμένο. Στο ίδιο πολιτικό κενό, η Μαρία Καρυστιανού αφαιρεί από τον Τσίπρα το αντισυστημικό κοινό, από τα όρια της Αριστεράς μέχρι τις παρυφές της Ακροδεξιάς, που τον ανέδειξε πρωθυπουργό. Όχι προς κάτι σοβαρό, αλλά προς κάτι πιο ωμό και συναισθηματικό. Δεν τον απειλεί πολιτικά. Τον αδειάζει κοινωνικά.
Οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν το προφανές σε πραγματικό χρόνο. Η απήχηση παραμένει χαμηλή, η δυναμική ανύπαρκτη και η προοπτική νέου φορέα υπό την ηγεσία του απορρίπτεται από την πλειοψηφία των πολιτών. Το rebranding δεν ανοίγει ακροατήριο. Το συρρικνώνει.
Στο τέλος, μένει μια εικόνα τόσο σαρκαστική όσο και σκληρή: μία ηγετική φιγούρα που έγινε καρικατούρα.


