Το ΚΚΕ καταγγέλλει την κυβέρνηση για τον ρόλο της Ελλάδας στα Στενά του Ορμούζ, επιμένοντας σε γραμμή απομόνωσης και ρήξης με διεθνείς συμμαχίες.
Το ΚΚΕ επιβεβαιώνει για ακόμη μία φορά ότι λειτουργεί περισσότερο ως μηχανισμός ιδεολογικής ανακύκλωσης παρά ως δύναμη με στοιχειώδη επαφή με τη γεωπολιτική πραγματικότητα. Με αφορμή τις δηλώσεις για τον ρόλο της Ελλάδας στη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ, καταφεύγει στο γνώριμο λεξιλόγιο περί «ιμπεριαλιστικών πολέμων», «σφαγείων» και «συμφερόντων των εφοπλιστών», σα να βρισκόμαστε ακόμη στον Ψυχρό Πόλεμο.
Η βασική αντίφαση είναι κραυγαλέα: από τη μία καταγγέλλει κάθε διεθνή εμπλοκή ως επικίνδυνη, από την άλλη αγνοεί επιδεικτικά ότι η Ελλάδα είναι ναυτιλιακή δύναμη με ζωτικά συμφέροντα στην ασφάλεια των θαλάσσιων οδών. Το να παρουσιάζει την προστασία της ναυσιπλοΐας ως «πολεμική εμπλοκή» δεν είναι απλώς υπεραπλούστευση – είναι συνειδητή διαστρέβλωση.
«Λύση» στρατηγικής αυτοϋπονόμευσης
Ακόμη πιο προβληματική είναι η «λύση» που προτείνει: αποχώρηση από διεθνείς συνεργασίες, κλείσιμο βάσεων, επιστροφή δυνάμεων και πλήρης αποσύνδεση από στρατηγικούς συμμάχους. Με άλλα λόγια, μια Ελλάδα απομονωμένη, γεωπολιτικά αδρανής και εκτεθειμένη σε κάθε πιθανή απειλή. Πρόκειται για μια πρόταση που μπορεί να ακούγεται «καθαρή» ιδεολογικά, αλλά στην πράξη ισοδυναμεί με στρατηγική αυτοϋπονόμευση.
Το ΚΚΕ επενδύει συστηματικά στην ένταση και την καταγγελία, γιατί εκεί νιώθει ασφαλές. Δεν χρειάζεται να δώσει ρεαλιστικές απαντήσεις, δεν χρειάζεται να αναλάβει ευθύνη, δεν χρειάζεται να εξηγήσει πώς θα λειτουργούσε η χώρα σε έναν περίπλοκο διεθνή συσχετισμό χωρίς συμμαχίες. Η πολιτική του πρόταση σταματά εκεί που αρχίζει η πραγματικότητα.
Τελικά, το κόμμα του Περισσού δεν προσπαθεί να επηρεάσει τις εξελίξεις – προσπαθεί να επιβεβαιώσει τον εαυτό του. Και αυτό είναι το πιο αποκαλυπτικό: μια φωνή που φωνάζει διαρκώς για τα πάντα, αλλά δεν πείθει για τίποτα.