Το Χρηματιστήριο Αθηνών εξακολουθεί να κινείται σε τροχιά bull market (σ.σ. το Bull Market είναι η περίοδος κατά την οποία οι τιμές των μετοχών ή άλλων επενδύσεων παρουσιάζουν παρατεταμένη άνοδο) με τις διορθώσεις να απορροφώνται χωρίς ιδιαίτερες πιέσεις.

Παράλληλα, οι περισσότερες μεγάλες επενδυτικές τράπεζες εμφανίζονται αισιόδοξες και για το δεύτερο εξάμηνο του 2026, εφόσον δεν αλλάξει δραστικά το κλίμα στις διεθνείς αγορές.

Η Γκόλντμαν Σακς δηλώνει ξεκάθαρα «ταύρος» για το Euronext Athens, κατατάσσοντας την ελληνική αγορά ανάμεσα στις πιο ελκυστικές αναδυόμενες αγορές. Παράλληλα αυξάνει την τιμή-στόχο του Γενικού Δείκτη στις 2.600 μονάδες, από τις 2.500 που προέβλεπε προηγουμένως.

Σύμφωνα με τον εν λόγω αμερικανικό οίκο, η ελληνική αγορά στηρίζεται στο ισχυρό μακροοικονομικό περιβάλλον και στις προοπτικές των τραπεζών. Το P/E διαμορφώνεται στις 10,5 φορές, το P/B στις 1,5 φορές, ενώ η μερισματική απόδοση φτάνει το 4,8%. Παράλληλα, προβλέπεται αύξηση των κερδών ανά μετοχή (EPS) κατά 12% τόσο φέτος όσο και το 2027.

Από την πλευρά της, η Μπανκ οφ Αμέρικα επισημαίνει ότι η ελληνική αγορά δεν αποτελεί πλέον τη «φθηνή» αγορά των προηγούμενων ετών. Ωστόσο, εξακολουθεί να διαθέτει ισχυρό επενδυτικό αφήγημα, υψηλό risk premium, θετικές εισροές και σημαντική θέση στα χαρτοφυλάκια όσων επενδύουν στις αναδυόμενες αγορές.

Ο οίκος τονίζει ακόμη ότι η επόμενη φάση της αγοράς θα πρέπει να στηριχθεί σε ισχυρή κερδοφορία, ταμειακές ροές, μερίσματα και συνέπεια στα επιχειρηματικά σχέδια των εισηγμένων.

Η HSBC σημειώνει ότι η Ελλάδα αποτελεί σήμερα την ευρωπαϊκή αγορά στην οποία τα διεθνή funds εμφανίζονται περισσότερο overweight.

Ακόμη πιο αισιόδοξη εμφανίζεται η Τζέι Πι Μόργκαν, η οποία αναβαθμίζει τις ελληνικές μετοχές σε «overweight» και εκτιμά ότι υπάρχουν περιθώρια για νέες εισροές κεφαλαίων, με αιχμή τις τράπεζες, τις ελκυστικές αποτιμήσεις και την αναδιάρθρωση των διεθνών δεικτών.

Η τράπεζα υπολογίζει ότι η πιθανή ένταξη ελληνικών τίτλων στον δείκτη Euro STOXX μπορεί να οδηγήσει σε εισροές ύψους 1 δισ. δολαρίων.

Η θετική εικόνα συνδέεται και με τη συνεχή βελτίωση των θεμελιωδών μεγεθών της ελληνικής οικονομίας. Η αποκλιμάκωση του δημοσίου χρέους, η δημοσιονομική σταθερότητα και οι πρόωρες αποπληρωμές δανείων ενισχύουν την εμπιστοσύνη των επενδυτών.

Η Τζέι Πι Μόργκαν θεωρεί επίσης ιδιαίτερα σημαντική την απόφαση του MSCI να προχωρήσει στην επαναταξινόμηση της Ελλάδας στις ανεπτυγμένες αγορές έως το 2027, εξέλιξη που χαρακτηρίζεται ως ορόσημο μετά την υποβάθμιση του 2013.

Η αισιοδοξία της Optima Bank και οι κορυφαίες επιλογές

Θετική παραμένει και η Optima Bank, η οποία εκτιμά ότι το Χρηματιστήριο Αθηνών έχει όλες τις προϋποθέσεις να συνεχίσει την ανοδική του πορεία.

Η τράπεζα υπενθυμίζει ότι ο Γενικός Δείκτης έχει καταγράψει άνοδο περίπου 22% από τις αρχές του έτους και περίπου 37% σε ετήσια βάση, ξεπερνώντας τις αποδόσεις τόσο των ευρωπαϊκών όσο και των αμερικανικών χρηματιστηρίων.

Η επίδοση αυτή αποδίδεται στη δημοσιονομική πειθαρχία, στη μείωση του ρίσκου χώρας, στις εισροές ξένων επενδυτών και στην προοπτική ένταξης της ελληνικής αγοράς στο οικοσύστημα της Euronext.

Παρά το έντονο ράλι, η ελληνική αγορά εξακολουθεί να διαπραγματεύεται με discount έναντι των ευρωπαϊκών χρηματιστηρίων.

Σύμφωνα με την Optima, ο δείκτης P/E για το 2026 διαμορφώνεται στις 12,3 φορές, διατηρώντας discount 22% σε σχέση με την Ευρώπη. Αντίστοιχα, ο δείκτης EV/EBITDA εμφανίζει discount 13%, ενώ η μερισματική απόδοση εκτιμάται στο 3,8%.

Οι κορυφαίες επιλογές της τράπεζας για το υπόλοιπο της χρονιάς είναι οι Πειραιώς, METLEN, ΔΕΗ, Motor Oil, Eurobank, Allwyn και Titan.

Οι εκλογές και ο πολιτικός παράγοντας

Παρά το γεγονός ότι το Χρηματιστήριο Αθηνών κινείται στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων 17 ετών, αρκετοί επενδυτές εξετάζουν πλέον και τον πολιτικό κίνδυνο, καθώς τα σημερινά δημοσκοπικά δεδομένα δεν εξασφαλίζουν εύκολα αυτοδύναμη κυβέρνηση.

Η Τζέι Πι Μόργκαν θεωρεί ότι η πολιτική σταθερότητα εξακολουθεί να αποτελεί βασικό στήριγμα της αγοράς και σημειώνει ότι οι επενδυτές προσδοκούν συνέχιση της σημερινής οικονομικής πολιτικής.

Από την άλλη, η Γκόλντμαν Σακς εκτιμά ότι προς το παρόν οι αγορές της Ελλάδας, της Ισπανίας και της Ιταλίας δεν έχουν λόγο να ανησυχούν ιδιαίτερα για τον πολιτικό παράγοντα, παρότι και οι τρεις χώρες οδηγούνται σε εθνικές εκλογές.

Για την Ελλάδα επισημαίνει ότι, όπως ήταν αναμενόμενο, προεκλογικά όλα τα μεγάλα κόμματα απορρίπτουν την προοπτική κυβερνητικών συνεργασιών. Ωστόσο, θεωρεί πιθανό η στάση αυτή να αλλάξει μετά τις εκλογές, καθώς με βάση τις σημερινές δημοσκοπήσεις το πιθανότερο σενάριο θα ήταν ένας συνασπισμός μεταξύ της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ.

Οι τράπεζες παραμένουν το ισχυρό χαρτί

Οι διεθνείς οίκοι εξακολουθούν να βλέπουν σημαντικά περιθώρια ανόδου για τις ελληνικές τράπεζες.

Η Μόργκαν Στάνλεϊ εκτιμά ότι, παρά το ισχυρό ράλι των τελευταίων ετών, οι τραπεζικές μετοχές παραμένουν ελκυστικές, καθώς διαπραγματεύονται με περίπου 10% χαμηλότερο P/E σε σχέση με τον ευρωπαϊκό τραπεζικό κλάδο.

Ο οίκος θεωρεί ότι νέα ώθηση μπορεί να προέλθει από την αναβάθμιση της ελληνικής αγοράς στους δείκτες STOXX και FTSE τον Σεπτέμβριο, αλλά και από τον MSCI το 2027.

Οι ελληνικές τράπεζες διαπραγματεύονται περίπου στις 8,8 φορές τα εκτιμώμενα κέρδη του 2027, ενώ η προβλεπόμενη απόδοση ιδίων κεφαλαίων (ROTE) φτάνει περίπου το 17,6%, από τις υψηλότερες στην Ευρώπη. Παράλληλα, η μέση μερισματική απόδοση υπολογίζεται στο 5,6%.

Η UBS διατηρεί σύσταση αγοράς για τις συστημικές τράπεζες, θεωρώντας ότι η πιστωτική επέκταση, οι εξαγορές και η υψηλή κερδοφορία συνεχίζουν να στηρίζουν τις αποτιμήσεις.

Η Ντόιτσε Μπανκ αυξάνει τις τιμές-στόχους για τις ελληνικές τράπεζες, καθώς θεωρεί ότι εξακολουθούν να διαθέτουν σημαντικά περιθώρια ανόδου.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η Jefferies, η οποία χαρακτηρίζει την Ελλάδα ένα από τα πιο ελκυστικά μακροοικονομικά περιβάλλοντα στην Ευρώπη και επισημαίνει ότι οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να διαπραγματεύονται με discount περίπου 15% έναντι των ευρωπαϊκών.

Τέλος, η Axia-Alpha Finance ανανεώνει την ψήφο εμπιστοσύνης στις ελληνικές τράπεζες, αυξάνει τις τιμές-στόχους και εκτιμά ότι υπάρχει περιθώριο για νέο ράλι έως και 27%, στηριζόμενο στις υψηλότερες προβλέψεις κερδοφορίας και στο χαμηλότερο κόστος ιδίων κεφαλαίων.