Οριστικό χαρακτήρα απέκτησαν οι ποινές κάθειρξης πέντε ετών που είχαν επιβληθεί σε δύο άνδρες για υπόθεση μεγάλης αρχαιοκαπηλίας.

Το Ζ΄ Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου απέρριψε τις αιτήσεις αναίρεσης των κατηγορουμένων. Ένας από αυτούς είναι ανιψιός πρώην νομάρχη στην Περιφέρεια Μακεδονίας.

Οι δύο άνδρες είχαν επιχειρήσει να διαθέσουν προς πώληση ένα αυθεντικό μπρούτζινο άγαλμα του «Αλεξάνδρου», που χρονολογείται στον 2ο αιώνα π.Χ. Ως τίμημα ζητούσαν το ποσό των 7 εκατ. ευρώ.

Οι υποψήφιοι αγοραστές, όμως, ήταν αστυνομικοί.

Η πληροφορία που έφτασε στην Ασφάλεια Θεσσαλονίκης

Η υπόθεση άρχισε να ξετυλίγεται όταν η Διεύθυνση Ασφάλειας Θεσσαλονίκης έλαβε ανώνυμη πληροφορία.

Σύμφωνα με αυτή, δύο άτομα στην περιοχή της Θράκης είχαν στην κατοχή τους ένα αρχαίο άγαλμα του «Αλεξάνδρου». Παράλληλα, αναζητούσαν αγοραστή και διαπραγματεύονταν την πώλησή του έναντι 7 εκατ. ευρώ.

Αστυνομικός παρουσιάστηκε ως ενδιαφερόμενος αγοραστής. Κατά την επικοινωνία του με έναν από τους εμπλεκόμενους, παρέλαβε τρεις φωτογραφίες του αγάλματος.

Λίγο αργότερα, οι Αρχές πληροφορήθηκαν ότι το αντικείμενο θα μεταφερόταν από την Ξάνθη προς τη Θεσσαλονίκη. Στους αστυνομικούς δόθηκαν επίσης η μάρκα και ο αριθμός κυκλοφορίας του οχήματος.

Το μπλόκο και το άγαλμα κάτω από τη μοκέτα

Η Ελληνική Αστυνομία οργάνωσε ειδική επιχείρηση. Το όχημα ακινητοποιήθηκε στην εθνική οδό, κοντά στη διασταύρωση προς την Καβάλα.

Κατά την έρευνα στο αυτοκίνητο εντοπίστηκε το μπρούτζινο άγαλμα του «Αλεξάνδρου», «τύπου δορυφόρου του Λυσίππου». Ο Λύσιππος ήταν ο επίσημος γλύπτης του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Το αντικείμενο βρέθηκε, σύμφωνα με τη δικογραφία, «επιμελώς κρυμμένο στο πορτ παγκάζ του οχήματος, κάτω από τη μοκέτα του πατώματος του πορτ μπαγκάζ, τυλιγμένο σε μια κουβέρτα».

Μέσα στο αυτοκίνητο κατασχέθηκαν επίσης ένας φορητός υπολογιστής, ένας εξωτερικός σκληρός δίσκος και τρεις οπτικοί δίσκοι. Στα ψηφιακά αρχεία υπήρχαν φωτογραφίες αρχαίων αντικειμένων και νομισμάτων.

Αρχαιότητες αξίας άνω του 1,3 εκατ. ευρώ

Μετά τις συλλήψεις ακολούθησαν έρευνες στις κατοικίες των δύο ανδρών.

Οι αστυνομικοί εντόπισαν μία μπρούτζινη κεφαλή αγοριού του 2ου αιώνα μ.Χ. Βρέθηκε ακόμη μία μπρούτζινη προτομή φιλοσόφου με βάση.

Ανάμεσα στα ευρήματα ήταν και ένα αργυρό νόμισμα της Βέργης, το οποίο χρονολογείται μεταξύ 525 και 500 π.Χ.

Στη μία πλευρά του απεικονίζεται ένας σάτυρος να κρατά από το χέρι μία μαινάδα που χορεύει. Στην άλλη υπάρχει ένα έγκοιλο τετράγωνο.

Κατασχέθηκαν επίσης έντεκα χρυσά νομίσματα και ένα μπρούτζινο νόμισμα βυζαντινών χρόνων, του 12ου αιώνα μ.Χ. Στη μία πλευρά απεικονίζεται ο Χριστός και στην άλλη ένας αυτοκράτορας.

Στην κατοχή τους βρέθηκαν ακόμη χάρτες και φωτογραφίες νομισμάτων.

Ιδιαίτερη εντύπωση προκάλεσε ο εντοπισμός τριών πλαστών σφραγίδων με την ένδειξη «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΠΡΟΞΕΝΕΙΟΝ Της ΕΛΛΑΔΟΣ ΚΟΥΡΙΤΙΜΠΑΣ». Η Κουριτίμπα είναι πόλη της νότιας Βραζιλίας.

Η συνολική αξία των αρχαιολογικών αντικειμένων εκτιμήθηκε σε ποσό μεγαλύτερο από 1,3 εκατ. ευρώ.

«Μοναδικής ιστορικής, αρχαιολογικής και εμπορικής αξίας»

Τα αντικείμενα χαρακτηρίστηκαν από τους ειδικούς ως ευρήματα «μοναδικής ιστορικής, αρχαιολογικής και εμπορικής αξίας».

Οι δικαστικές Αρχές απέδωσαν στους κατηγορουμένους «οργανωμένη, συστηματική και επαγγελματική ενασχόλησή τους με την παράνομη διακίνηση αρχαίων αντικειμένων».

Ο ένας από τους δύο ασχολούνταν με την εμπορία προγραμμάτων διατροφής, δίαιτας και συμπληρωμάτων. Η επαγγελματική του έδρα βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη.

Ήταν επίσης ανιψιός νομάρχη στη Μακεδονία. Μέσω αυτής της συγγενικής σχέσης είχε γνωρίσει τον δεύτερο εμπλεκόμενο.

Ο δεύτερος άνδρας είχε ζήσει ως μετανάστης στη Γερμανία. Μετά τον επαναπατρισμό του ασχολήθηκε με τη γεωργία και την κτηνοτροφία.

Υποστήριξαν ότι το άγαλμα ήταν απομίμηση

Οι δύο κατηγορούμενοι ισχυρίστηκαν ότι το μπρούτζινο άγαλμα δεν ήταν αυθεντικό.

Όπως ανέφεραν, επρόκειτο για αντίγραφο που τους είχε δοθεί ως δώρο από Τούρκο έμπορο και μεσίτη.

Ο ισχυρισμός τους δεν έγινε δεκτός.

Οι δικαστές έκριναν ότι η εκδοχή τους «προσκρούει στους κανόνες της κοινής λογικής». Παράλληλα, τα πορίσματα αρχαιολόγων, συντηρητών έργων τέχνης και χημικών επιβεβαίωσαν τη γνησιότητα του αντικειμένου.

Καθοριστικό στοιχείο αποτέλεσε και ο τρόπος με τον οποίο είχε κρυφτεί το άγαλμα.

Στη δικαστική απόφαση αναφέρεται ότι το άγαλμα του «Αλεξάνδρου» «βρέθηκε επιμελώς κρυμμένο και τυλιγμένο σε κουβέρτα σε χώρο του αυτοκινήτου μη προσβάσιμο, γεγονός καταφανώς δηλωτικό της πρόθεσης των κατηγορουμένων να αποκρύψουν την ύπαρξή του και ως εκ τούτου και της γνώσης τους περί του χαρακτήρα του ως αρχαίου αντικειμένου, ενώ εάν ήταν αληθής ο ισχυρισμός τους, δεν θα υπήρχε κανένας λόγος που να δικαιολογεί την τόσο επιμελή και ασφαλή απόκρυψή του και το περιτύλιγμα της κουβέρτας».

Η καταδίκη από το Εφετείο Θεσσαλονίκης

Το Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης καταδίκασε τον καθένα σε κάθειρξη πέντε ετών.

Οι δύο άνδρες κρίθηκαν ένοχοι για υπεξαίρεση μνημείων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, από κοινού, κατ’ εξακολούθηση και κατ’ επάγγελμα.

Το δικαστήριο τους αναγνώρισε το ελαφρυντικό της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη.

Σύμφωνα με την απόφαση του Αρείου Πάγου, η δράση τους δεν αποτελούσε ένα μεμονωμένο περιστατικό.

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, οι πράξεις συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, καθώς «ενεργώντας από κοινού, δηλαδή έχοντας κοινό δόλο και κατόπιν συναπόφασης, ιδιοποιήθηκαν παράνομα ξένα κινητά πράγματα, ανήκοντα στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία περιήλθαν στην κατοχή τους με οποιονδήποτε τρόπο, η δε πράξη τους αυτή είχε ως αντικείμενο αρχαία μνημεία με ιδιαίτερα μεγάλη αξία, ενώ από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης και την υποδομή που είχαν διαμορφώσει, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης αυτής, προκύπτει ο σκοπός τους για διαρκή πορισμό από αυτήν εισοδήματος».

Απορρίφθηκαν οι αιτήσεις αναίρεσης

Οι δύο καταδικασμένοι προσέφυγαν στον Άρειο Πάγο, ζητώντας να ακυρωθεί η απόφαση του Εφετείου.

Το Ζ΄ Ποινικό Τμήμα απέρριψε τις αιτήσεις τους ως αβάσιμες.

Οι αρεοπαγίτες έκριναν ότι η απόφαση του Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου είχε την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτούν το Σύνταγμα και ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας.

Κατά την κρίση τους, το σκεπτικό ήταν σαφές και πλήρες. Δεν περιείχε αντιφάσεις ή λογικά κενά.

Απορρίφθηκε επίσης το αίτημα για την αναγνώριση δεύτερου ελαφρυντικού.

Οι κατηγορούμενοι είχαν υποστηρίξει ότι «έζησαν έως τον χρόνο τέλεσης της πράξης έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή».

Στόχος τους ήταν να πετύχουν νέα μείωση της ποινής. Ο Άρειος Πάγος, ωστόσο, δεν έκανε δεκτό τον ισχυρισμό τους και επικύρωσε την καταδίκη.