Η δολοφονία της 11χρονης Λιανά συγκλονίζει εδώ και εβδομάδες τη Γαλλία. Όχι μόνο λόγω της φρίκης του εγκλήματος, αλλά κυρίως επειδή έφερε στην επιφάνεια κάτι ακόμη πιο ανησυχητικό: ένα δικαστικό σύστημα που γνώριζε, είχε προειδοποιηθεί και, παρ’ όλα αυτά, δεν λειτούργησε εγκαίρως.
Το χρονικό της τραγωδίας
Στις 29 Μαΐου, στη μικρή κωμόπολη Φλεράνς της νοτιοδυτικής Γαλλίας, η 11χρονη Λιανά εξαφανίστηκε λίγα λεπτά αφότου έφυγε από το σχολείο της. Ένας μάρτυρας κατέθεσε ότι την είδε να επιβιβάζεται στο όχημα ενός 41χρονου άνδρα. Η ανάλυση του υλικού από τις κάμερες παρακολούθησης οδήγησε γρήγορα τους ερευνητές στον βασικό ύποπτο, τον Ζερόμ Μπαρελλά.
Στις 4 Ιουνίου, οι αστυνομικοί εντόπισαν τη σορό του κοριτσιού στον ίδιο νομό, σε εγκαταστάσεις αγροτικού συνεταιρισμού όπου ο ύποπτος είχε εργαστεί στο παρελθόν. Οι ιατροδικαστικές εξετάσεις αποκάλυψαν ότι η Λιανά είχε πέσει θύμα βιασμού πριν από τη δολοφονία της. Στο σώμα της βρέθηκε γενετικό υλικό του κατηγορούμενου, ενώ οι πραγματογνώμονες διαπίστωσαν ότι το παιδί είχε φιμωθεί με αυτοκόλλητη ταινία και έφερε πολλαπλά σημάδια κακοποίησης.
Γνωστός στις αρχές ο κατηγορούμενος
Ο Ζερόμ Μπαρελλά δεν ήταν ένας άγνωστος δράστης που εμφανίστηκε ξαφνικά από το πουθενά. Αντιθέτως, ήταν γνωστός στις αρχές πολύ πριν από την υπόθεση της Λιανά. Το 2017 είχε γίνει αναφορά για σχέση με 17χρονη, η οποία τελικά δεν είχε ποινική συνέχεια. Το 2021 έχασε τη δουλειά του σε λύκειο της περιοχής έπειτα από καταγγελίες για ανάρμοστη συμπεριφορά απέναντι σε μαθήτρια. Το 2022 βρέθηκε αντιμέτωProcessor αντιμέτωπος με καταγγελία για βιασμό 7χρονου παιδιού, υπόθεση που αρχειοθετήθηκε το 2024 λόγω ανεπαρκών στοιχείων. Το 2023 οι γαλλικές αρχές έλαβαν επίσης αναφορές από αμερικανικό οργανισμό προστασίας ανηλίκων σχετικά με ύποπτη διαδικτυακή δραστηριότητά του. Παρά τα επαναλαμβανόμενα αυτά προειδοποιητικά σημάδια, ο Μπαρελλά παρέμεινε εκτός ουσιαστικής δικαστικής ή διοικητικής επιτήρησης.
Τον Αύγουστο του 2025 ακολούθησε ακόμη μία, πολύ σοβαρότερη καταγγελία, αυτή τη φορά για κατ’ εξακολούθηση βιασμό 10χρονης ανήλικης. Η υπόθεση κρίθηκε αρκετά σοβαρή ώστε να κινηθεί προκαταρκτική διαδικασία και να αποφασιστεί η προσαγωγή και η ανάκρισή του.
Κι όμως, η διαδικασία δεν προχώρησε ποτέ ουσιαστικά. Ο φάκελος μετακινήθηκε μεταξύ διαφορετικών εισαγγελικών υπηρεσιών, ζητήθηκαν συμπληρωματικές ενέργειες, όμως ο ύποπτος δεν κλήθηκε ποτέ να δώσει εξηγήσεις. Εννέα μήνες μετά την καταγγελία, η Δικαιοσύνη δεν είχε καν προχωρήσει στην εξέτασή του.
Με άλλα λόγια, οι αρχές γνώριζαν ότι υπήρχε εις βάρος του ανοιχτή καταγγελία για σεξουαλικό αδίκημα σε βάρος ανήλικης, αλλά ο μηχανισμός που όφειλε να διερευνήσει την υπόθεση παρέμενε ουσιαστικά αδρανής. Η υπόθεση είχε εγκλωβιστεί σε έναν λαβύρινθο διοικητικών καθυστερήσεων, μεταβιβάσεων φακέλων και χαμένων προτεραιοτήτων.
Λάθη και δυσλειτουργίες
Το πόρισμα της διοικητικής έρευνας που παραδόθηκε στη γαλλική κυβέρνηση είναι καταπέλτης. Κάνει λόγο για σειρά λαθών, παραλείψεων και δυσλειτουργιών, για κακή διαχείριση πληροφοριών, για αποτυχία αξιολόγησης της επικινδυνότητας του υπόπτου και για σοβαρές αστοχίες στη συνεργασία των αρμόδιων υπηρεσιών.
Με άλλα λόγια, τα προειδοποιητικά σημάδια υπήρχαν. Εκείνο που έλειψε ήταν η ικανότητα του κράτους να τα συνδέσει εγκαίρως και να δράσει.
Η υπόθεση της Λιανά δεν είναι απλώς ένα τραγικό λάθος. Είναι η εικόνα μιας Δικαιοσύνης που λειτουργεί με ρυθμούς του 20ού αιώνα σε μια κοινωνία του 21ου. Ενούς συστήματος όπου οι πληροφορίες χάνονται ανάμεσα σε διαφορετικές υπηρεσίες, οι φάκελοι εξακολουθούν να μετακινούνται με τρόπο που θυμίζει άλλη εποχή και η ψηφιοποίηση παραμένει ελλιπής.
Η πολιτική διάσταση
Η υπόθεση έφτασε μέχρι το Μέγαρο των Ηλυσίων. Ο Εμανουέλ Μακρόν μίλησε δημόσια για «απαράδεκτη δυσλειτουργία» της Δικαιοσύνης. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης, Ζεράλ Νταρμανέν, αναγκάστηκε να παραδεχτεί την αποτυχία του συστήματος και να ζητήσει συγγνώμη από την οικογένεια της Λιανά.
Ο Πρωθυπουργός συγκάλεσε έκτακτη σύσκεψη, ενώ η Γερουσία ξεκίνησε έρευνα για τις δυσλειτουργίες που αποκάλυψε η υπόθεση. Το αστυνομικό δράμα μετατράπηκε σε μείζον πολιτικό ζήτημα.
Και πώς θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά;
Η Γαλλία εισέρχεται σταδιακά σε έναν νέο εκλογικό κύκλο και η δολοφονία της Λιανά επανέφερε ένα ερώτημα που στοιχειώνει τη γαλλική δημόσια ζωή εδώ και τουλάχιστον είκοσι χρόνια: γιατί η Δικαιοσύνη εξακολουθεί να δυσλειτουργεί παρά τις αλλεπάλληλες υποσχέσεις μεταρρυθμίσεων;
Το ίδιο ερώτημα τέθηκε και μετά την υπόθεση Ουτρό, το μεγαλύτερο δικαστικό φιάσκο της σύγχρονης Γαλλίας. Μεταξύ 2001 και 2005, δεκαεπτά πολίτες κατηγορήθηκαν άδικα για συμμετοχή σε κύκτωμα παιδεραστίας. Πολλοί προφυλακίστηκαν επί χρόνια, πριν τελικά αθωωθούν πανηγυρικά. Η υπόθεση αποκάλυψε σοβαρές αδυναμίες στη λειτουργία της γαλλικής Δικαιοσύνης και οδήγησε σε δεσμεύσεις για βαθιές μεταρρυθμίσεις.
Είκοσι χρόνια αργότερα, η υπόθεση Λιανά αποκαλύπτει το αντίστροφο πρόσωπο της ίδιας παθογένειας. Τότε η Δικαιοσύνη παρενέβη υπερβολικά και κατέστρεψε ζωές αθώων ανθρώπων. Σήμερα κατηγορείται ότι δεν παρενέβη καθόλου.
Όμως η υπόθεση εξελίχθηκε σε σύμβολο μιας βαθύτερης θεσμικής κρίσης. Διότι όταν ένα κράτος αδυνατεί να προστατεύσει ένα παιδί, ενώ υπάρχουν καταγγελίες, προειδοποιήσεις και ενδείξεις κινδύνου, τότε δεν μιλάμε απλώς για μια δικαστική αστοχία. Μιλάμε για αποτυχία του ίδιου του κράτους.
Και κάθε φορά που οι κυβερνήσεις υπόσχονται μεταρρυθμίσεις χωρίς αποτέλεσμα, κάθε φορά που οι ίδιες δυσλειτουργίες επανεμφανίζονται με διαφορετικά θύματα, τόσο περισσότερο κερδίζουν έδαφος οι πολιτικές δυνάμεις που καταγγέλλουν την ανεπάρκεια όχι μόνο των θεσμών, αλλά και των παραδοσιακών κομμάτων.
Δεν είναι τυχαίο ότι το δίδυμο της Μαρίν Λε Πεν και του Ζορντάν Μπαρντελά αντλεί σημαντικό μέρος της πολιτικής του δυναμικής από αυτήν ακριβώς την κρίση εμπιστοσύνης. Μια κρίση που δεν περιορίζεται στη Δικαιοσύνη, αλλά διαπερνά σχεδόν κάθε πτυχή της δημόσιας ζωής στη Γαλλία, από την ασφάλεια και τη μετανάστευση έως την υγεία και την εκπαίδευση.