Το τοπίο στη Μέση Ανατολή δεν είναι απλώς εμπόλεμο. Είναι ρευστό και επικίνδυνα ασταθές.

Δεν πρόκειται μόνο για ανταλλαγές πυραύλων ή επιδείξεις ισχύος. Η σύγκρουση αναδιαμορφώνει τις ισορροπίες σε ολόκληρη την περιοχή και ίσως πολύ πέρα από αυτήν.

Ας ξεκινήσουμε από το Ιράν. Η Ισλαμική Δημοκρατία έχει εδώ και δεκαετίες μια στρατηγική εξαγωγής της «ιερής ισλαμικής επανάστασης». Επενδύει σε πυρηνικά και πυραυλικά προγράμματα, αλλά και σε δίκτυα ισλαμιστικών δορυφόρων, όπως η Χαμάς, η Χεζμπολάχ και οι Χούθι. Το γενικευμένο χάος στην περιοχή λειτουργεί ως εργαλείο επιβίωσης ενός καθεστώτος που τρέφεται από τον πόλεμο και το μίσος.

Το Ισραήλ, από την πλευρά του, αντιμετωπίζει έναν αντίπαλο που επί σχεδόν πέντε δεκαετίες διακηρύσσει ανοιχτά την πρόθεσή του να το εξαφανίσει. Το ερώτημα δεν είναι μόνο αν μπορεί να περιορίσει τη στρατιωτική απειλή. Όλα δείχνουν πως διαθέτει την ικανότητα. Το κρίσιμο ζήτημα είναι αν μπορεί να βάλει τέλος στη Λερναία Ύδρα της περιοχής: ένα πλέγμα ιδεολογίας, εξοπλισμών και παραστρατιωτικών μηχανισμών που αναπαράγουν διαρκώς την αστάθεια.

Όσο για τις Ηνωμένες Πολιτείες, κινούνται σε τεντωμένο σχοινί, παρά τις επιτυχίες τους επί του πεδίου. Ο Ντόναλντ Τραμπ εμφανίζεται ως ριψοκίνδυνος ηγέτης, πρόθυμος να «γράψει ιστορία». Αν το εγχείρημα πετύχει, θα μιλάμε για στρατηγικό θρίαμβο που δεν κατάφεραν οι προκάτοχοί του, κυρίως ο Μπαράκ Ομπάμα, του οποίου η προσέγγιση προς την Τεχεράνη κατηγορήθηκε ότι έδωσε χρόνο στο Ιράν να προχωρήσει επικίνδυνα στο πυρηνικό του πρόγραμμα.

Αν όμως η στρατηγική αποτύχει ή οδηγήσει σε γενικευμένη αποσταθεροποίηση, το κόστος θα είναι βαρύ για την Αμερική και για ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.

Υπάρχει και ο παράγοντας Κίνα. Το Πεκίνο έχει επενδύσει βαθιά στη σχέση του με την Τεχεράνη. Δύσκολα θα εμπλακεί στρατιωτικά, αλλά μπορεί να εντείνει οικονομικές και διπλωματικές κινήσεις για να περιορίσει την αμερικανική επιρροή. Ο γεωπολιτικός ανταγωνισμός των μεγάλων δυνάμεων συνεχίζεται ακόμη και μέσα στις φλόγες του πολέμου.

Η γειτονική Τουρκία παρακολουθεί με εμφανή ανησυχία. Η Άγκυρα είχε αναπτύξει σχέσεις με την Τεχεράνη και δεν επιθυμεί την πλήρη αποδυνάμωσή της. Φοβάται νέες προσφυγικές ροές, βλέπει τη στρατιωτική υπεροχή του Ισραήλ να εδραιώνεται και διαπιστώνει ότι ο ρόλος της ως μεσολαβητής μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης συρρικνώνεται. Σε μια νέα περιφερειακή αρχιτεκτονική, κινδυνεύει να βρεθεί θεατής αντί για ρυθμιστής.

Το μεγαλύτερο ερώτημα εν τέλει βρίσκεται στο ίδιο το Ιράν. Θα καταφέρει ο ιρανικός λαός να απαλλαγεί από τους μουλάδες ή θα δούμε ένα σενάριο τύπου Βενεζουέλας, με μεταρρυθμιστές εντός του ίδιου αυταρχικού πλαισίου και χωρίς πραγματική αλλαγή εξουσίας;

Πέρα από τις στρατηγικές αναλύσεις, υπάρχει και η ηθική διάσταση. Κάθε λογικός άνθρωπος οφείλει να καταδικάζει το σκοτάδι που έχει επιβάλει το θεοκρατικό καθεστώς. Ένα καθεστώς που καταπνίγει διαδηλώσεις, φυλακίζει αντιφρονούντες, εκτελεί πολίτες, καταδιώκει γυναίκες που διεκδικούν ελευθερία και δεν διστάζει να θυσιάσει τον ίδιο του τον λαό για να διατηρήσει την εξουσία του.

Η γεωπολιτική έχει συμφέροντα. Η ιστορία, όμως, έχει αξίες. Και αν υπάρχει ελπίδα για τη Μέση Ανατολή, αυτή περνά μέσα από την ήττα του σκοταδισμού και την απελευθέρωση της μακραίωνης Περσίας από τον ισλαμικό εξτρεμισμό.