Η ελληνική αντιπολίτευση του 2026 μοιάζει με κλασικό χαμηλού επιπέδου τηλεοπτικό πάνελ: πολλή φασαρία, κανένα καθαρό μήνυμα. Επί της ουσίας δεν ζητά να κυβερνήσει. Ζητά απλώς να πέσει ο Μητσοτάκης. Και μετά; Έχει ο Θεός!

Αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα της σημερινής πολιτικής ζωής στην Ελλάδα. Ένα συνονθύλευμα κομμάτων, προσωπικών μηχανισμών και πολιτικών εγωισμών που συμφωνούν μόνο στην καταγγελία, αλλά δεν προτείνουν τίποτα σοβαρό για την επόμενη μέρα.

Τα Τέμπη είναι μια εθνική τραγωδία. Ένα σύγχρονο τραύμα για τη χώρα. Ωστόσο, δυστυχώς μετατράπηκαν και σε ένα τεράστιο πολιτικό εργαλείο. Αντί για σοβαρή συζήτηση για το κράτος, τις υποδομές και τις διαχρονικές ευθύνες, στήθηκε μια μόνιμη βιομηχανία οργής χωρίς ουσία. Η Μαρία Καρυστιανού, μια πονεμένη μάνα που έχασε το παιδί της, μετατράπηκε σταδιακά σε πολιτικό πρόσωπο χωρίς όμως όραμα, πρόγραμμα ή συγκροτημένη πολιτική πρόταση. Ο όρος «δικαιοσύνη» από μόνος του δεν αρκεί για να χτίσεις πολιτικό φορέα. Και η προχειρότητα του νέου εγχειρήματος φάνηκε από την πρώτη στιγμή.

Η Ζωή Κωνσταντοπούλου συνεχίζει να πουλά μόνιμη ένταση ως πολιτικό πρόγραμμα. Καταγγελία, φωνές, θεσμικό χάος, προσωπικό σόου. Η Πλεύση Ελευθερίας μοιάζει περισσότερο με σταλινικό μηχανισμό προσωπολατρίας παρά με σύγχρονο και δημιουργικό κόμμα αντιπολίτευσης. Σχέδιο για τη χώρα δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο η λογική «να καεί το σύστημα». Και αλίμονο σε όποιον διαφωνήσει.

Ο Αλέξης Τσίπρας επιστρέφει τώρα για την «αναγέννηση» της πολιτικής ζωής. Μας ζητά δηλαδή να ξεχάσουμε μνημόνια, δημοψηφίσματα, αυταπάτες και κλειστές τράπεζες που οδήγησαν τη χώρα στη χρεοκοπία και στον διεθνή χλευασμό. Παραλίγο να πουλήσει μαζί με τον Βαρουφάκη ακόμη και την Ακρόπολη

Ο δε ΣΥΡΙΖΑ μοιάζει με κόμμα που ακόμη προσπαθεί να αποφασίσει τι ακριβώς είναι: κόμμα διαμαρτυρίας, κεντροαριστερά ή λέσχη νοσταλγών μιας άλλης εποχής. 

Η Νέα Αριστερά αποχώρησε από τον ΣΥΡΙΖΑ υποτίθεται για λόγους αρχών. Ποιες αρχές ακριβώς; Κανείς δεν κατάλαβε ποτέ. Γι’ αυτό και πολιτικά παραμένει σχεδόν αόρατη. Οι διαφορές τους είναι περισσότερο προσωπικές παρά ιδεολογικές. 

Οι Δημοκράτες του Κασσελάκη εμφανίζονται ως «νέα σοβαρή λύση», αλλά μέχρι στιγμής δεν έχουν ούτε πολιτικό βάθος ούτε πραγματική βαρύτητα στον δημόσιο διάλογο. Πολύ εικόνα, ελάχιστη ουσία.

Το ΠΑΣΟΚ εξακολουθεί να ψάχνει ταυτότητα. Από τη μία η νοσταλγία του Ανδρέα, από την άλλη η προσπάθεια να εμφανιστεί ως σύγχρονη ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία. Στη μέση, ένας αρχηγός χωρίς ιδιαίτερο πολιτικό χάρισμα και ένα κόμμα που μοιάζει να φοβάται ακόμη και τον ίδιο του τον εαυτό.

Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση της ελληνικής αριστεράς και κεντροαριστεράς: μιλούν ασταμάτητα για τον άνθρωπο, την κοινωνία και τη δημοκρατία, αλλά αδυνατούν να ενωθούν ακόμη και απέναντι σε έναν κοινό στόχο. Γιατί; Γιατί οι προσωπικές ατζέντες, οι μηχανισμοί και οι αρχηγικές φιλοδοξίες είναι μεγαλύτερες από την υποτιθέμενη αγωνία τους για τη χώρα.

Το ΚΚΕ παραμένει κλεισμένο σε ιδεολογική χρονοκάψουλα. Σαν να μην πέρασε ούτε μέρα από την εποχή του Μπρέζνιεφ. Για την ακρίβεια, την εγκληματικότητα, την παιδεία και το μεταναστευτικό, σχεδόν καμία ρεαλιστική πρόταση. Για τη Γάζα όμως και τους «κακούς Εβραίους», ατελείωτες ανακοινώσεις και διαμαρτυρίες. Για τις σφαγές χριστιανών στη Νιγηρία ή τον λιμό στο Σουδάν; Σιωπή. Δεν πουλάνε πολιτικά. Για να μην μιλήσουμε για τις παράνομες αφισοκολλήσεις που έχουν γεμίσει όλη την Αττική και καταλήγουν σε ιπτάμενα σκουπίδια στους δρόμους. Μια πολιτική αντίληψη που μοιάζει να ενδιαφέρεται περισσότερο να μην «πέσει η Κούβα» παρά να αγγίξει τους Έλληνες πολίτες. 

Στα δεξιά, ο Αντώνης Σαμαράς συνεχίζει το γνωστό πολιτικό θέατρο του «είμαι και δεν είμαι». Παρών όταν χρειάζεται επιρροή, απών όταν υπάρχει κόστος. Ο Κυριάκος Βελόπουλος, από τη μεριά του, προβάλλει έναν λαϊκό πατριωτισμό τύπου τηλεπωλήσεων, με φιλορωσικές αναφορές και απλοϊκές απαντήσεις σε σύνθετα πολιτικά ζητήματα.

Και τελικά αυτό είναι το κοινό πρόβλημα όλης της αντιπολίτευσης: μιλά ασταμάτητα για δημοκρατία και λαό, αλλά δεν λέει τίποτα για το πώς θα κυβερνήσει. Πού είναι το σχέδιο; Η απάντηση είναι απλή: δεν υπάρχει.

Υπάρχει μόνο η εμμονή να πέσει ο Μητσοτάκης, λες και η πολιτική αλλαγή είναι αυτόματη λύση από μόνη της. Όμως η κοινωνία έχει κουραστεί από κόμματα που ζητούν εξουσία χωρίς να δείχνουν ικανά να τη διαχειριστούν.

Και όσο η αντιπολίτευση παραμένει εγκλωβισμένη στην τοξικότητα και τον διχασμό, τόσο θα επιβεβαιώνει τα δύο βασικά επιχειρήματα της κυβέρνησης: ότι εκείνη, παρά τα λάθη και τις φθορές της, τουλάχιστον κυβερνά με σχέδιο και ότι απέναντί της δεν υπάρχει ακόμη σοβαρή εναλλακτική.