Η κατάρρευση του Λιβάνου δεν μπορεί να εξηγηθεί από έναν μόνο παράγοντα.

Πρόκειται για το αποτέλεσμα δεκαετιών πολέμων, ξένων παρεμβάσεων, θρησκευτικών διαιρέσεων και βαθιάς πολιτικής διαφθοράς. Ωστόσο, η δράση των παλαιστινιακών ένοπλων οργανώσεων, η άνοδος της Χεζμπολάχ και η αυξανόμενη επιρροή του Ιράν συνέβαλαν καθοριστικά στην αποδυνάμωση του λιβανικού κράτους και στην παγίωση μιας κατάστασης μόνιμης αστάθειας.

Μετά το 1970, όταν η Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης εκδιώχθηκε από την Ιορδανία κατά τα γεγονότα του «Μαύρου Σεπτεμβρίου», ο Λίβανος μετατράπηκε στο βασικό κέντρο των παλαιστινιακών ένοπλων δραστηριοτήτων. Η οργάνωση δημιούργησε ισχυρές στρατιωτικές δομές μέσα στη χώρα και σε πολλές περιοχές λειτούργησε ουσιαστικά ως παράλληλη εξουσία. Οι συγκρούσεις με το Ισραήλ που ξεκινούσαν από λιβανικό έδαφος προκάλεσαν επανειλημμένες στρατιωτικές απαντήσεις, ενώ οι εσωτερικές εντάσεις μεταξύ των κοινοτήτων οδήγησαν τελικά στον εμφύλιο πόλεμο του 1975. Για μεγάλο μέρος της λιβανικής κοινωνίας, η παρουσία ένοπλων οργανώσεων που δεν λογοδοτούσαν στο κράτος αποτέλεσε σοβαρό πλήγμα για την εθνική κυριαρχία.

Μετά την Ιρανική Επανάσταση του 1979 και την ισραηλινή εισβολή στον Λίβανο το 1982, δημιουργήθηκαν οι συνθήκες για την εμφάνιση της Χεζμπολάχ. Με οικονομική, στρατιωτική και ιδεολογική στήριξη από την Τεχεράνη, η οργάνωση εξελίχθηκε γρήγορα σε κυρίαρχη δύναμη στον σιιτικό χώρο και απέκτησε σημαντική επιρροή στον νότιο Λίβανο. Παρότι παρουσίασε τον εαυτό της ως κίνημα αντίστασης απέναντι στο Ισραήλ, σταδιακά εξελίχθηκε σε ένα κράτος εν κράτει, ενώ μέχρι σήμερα χαρακτηρίζεται από πολλές χώρες ως ισλαμιστική τρομοκρατική οργάνωση. Σε κάθε περίπτωση, διατήρησε ανεξάρτητο στρατό, δικές της δομές κοινωνικής πρόνοιας και σημαντική πολιτική επιρροή, λειτουργώντας συχνά έξω από τους θεσμούς της χώρας.

Παράλληλα, το Ιράν αξιοποίησε τη Χεζμπολάχ ως βασικό εργαλείο για την επέκταση της επιρροής του στην Ανατολική Μεσόγειο. Οι αποφάσεις που αφορούσαν πολεμικές συγκρούσεις με το Ισραήλ ή τη συμμετοχή στον πόλεμο της Συρίας δεν λαμβάνονταν με κριτήριο τα συμφέροντα του Λιβάνου, αλλά εντάσσονταν σε μια ευρύτερη περιφερειακή στρατηγική της Τεχεράνης. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ο Λίβανος να βρίσκεται επανειλημμένα στο επίκεντρο συγκρούσεων που ξεπερνούσαν τα δικά του εθνικά ζητήματα.

Ωστόσο, η κρίση δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά σε εξωτερικούς παράγοντες. Η λιβανική πολιτική τάξη φέρει επίσης τεράστια ευθύνη. Για δεκαετίες, το πολιτικό σύστημα βασίστηκε σε πελατειακές σχέσεις, οικογενειακά δίκτυα εξουσίας και διαφθορά μεγάλης κλίμακας. Δημόσιο χρήμα σπαταλήθηκε, μεταρρυθμίσεις δεν πραγματοποιήθηκαν και οι κρατικοί θεσμοί αποδυναμώθηκαν. Η οικονομική κατάρρευση που ξέσπασε το 2019 αποκάλυψε το μέγεθος των προβλημάτων: χρεοκοπημένες τράπεζες, εκτίναξη της φτώχειας και κατάρρευση βασικών δημόσιων υπηρεσιών.

Η έκρηξη στο λιμάνι της Βηρυτού το 2020 αποτέλεσε ίσως το πιο χαρακτηριστικό σύμβολο αυτής της αποτυχίας. Η τραγωδία δεν ήταν μόνο αποτέλεσμα αμέλειας, αλλά και μιας κουλτούρας αδιαφάνειας, ανευθυνότητας και πολιτικής προστασίας που είχε διαβρώσει το κράτος επί δεκαετίες.

Έτσι, η σημερινή κατάσταση του Λιβάνου είναι προϊόν πολλών παραγόντων που αλληλοενισχύθηκαν: της παρουσίας ένοπλων παλαιστινιακών οργανώσεων στο παρελθόν, της ανόδου της Χεζμπολάχ, της στρατηγικής επιρροής του Ιράν και της βαθιάς διαφθοράς του πολιτικού συστήματος. Όλοι αυτοί οι παράγοντες συνέβαλαν στη δημιουργία ενός αδύναμου κράτους, το οποίο δυσκολεύεται μέχρι σήμερα να επιβάλει την κυριαρχία του, να εξασφαλίσει σταθερότητα και να προσφέρει προοπτική στους πολίτες του.