Oι επιπτώσεις του πολέμου στο Ιράν θα συνεχίσουν να διαμορφώνουν τον κόσμο για χρόνια, υπογραμμίζει, σε άρθρο του στο Kreport.gr, ο Δημήτρης Αβραμόπουλος.
Όπως σημειώνει, απέναντι στη νέα κανονικότητα η Ελλάδα οφείλει, κατ’ αρχάς, να διασφαλίσει την εθνική συνεννόηση.
Αναλυτικά το άρθρο του Δημήτρη Αβραμόπουλου:
Ο πόλεμος στο Ιράν δεν αποτελεί μια ακόμη περιφερειακή σύγκρουση. Συνιστά την απαρχή μιας νέας πραγματικότητας με παγκόσμιες συνέπειες, η οποία επανακαθορίζει τις ισορροπίες ισχύος και δοκιμάζει τις αντοχές οικονομιών και κοινωνιών. Η μεγάλη παρανόηση των ημερών είναι ότι πολλοί εξακολουθούν να αναζητούν το τέλος του πολέμου. Στην πραγματικότητα, ακόμη και όταν σιγήσουν τα όπλα, οι επιπτώσεις του θα συνεχίσουν να διαμορφώνουν τον κόσμο για χρόνια.
Η πρώτη και πιο άμεση συνέπεια αφορά την ενέργεια. Η διατάραξη των ροών από τον Περσικό Κόλπο και τα Στενά του Ορμούζ περιορίζει την προσφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου και εκτοξεύει τις τιμές, μετατρέποντας την ενεργειακή ασφάλεια σε κεντρικό γεωπολιτικό ζήτημα.
Η δεύτερη είναι οικονομική: Πληθωρισμός, αύξηση του κόστους παραγωγής και μεταφορών, επιβράδυνση της ανάπτυξης και πίεση στα δημόσια οικονομικά.
Η τρίτη αφορά το διεθνές εμπόριο και τις εφοδιαστικές αλυσίδες, που εισέρχονται σε περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας και κόστους.
Η τέταρτη επίπτωση είναι γεωπολιτική. Νέες ισορροπίες αναδύονται, συμμαχίες επαναπροσδιορίζονται και η ενέργεια καθίσταται εκ νέου εργαλείο ισχύος και επιρροής.
Η πέμπτη είναι κοινωνική και πολιτική, καθώς η ακρίβεια και η ενεργειακή πίεση εντείνουν τις κοινωνικές ανισορροπίες και δοκιμάζουν την πολιτική σταθερότητα.
Η έκτη αφορά την επισιτιστική ασφάλεια, αφού η αύξηση του κόστους καυσίμων και λιπασμάτων πλήττει άμεσα την αγροτική παραγωγή και τις τιμές των τροφίμων.
Η Ασία βιώνει πρώτη το σοκ, λόγω της υψηλής εξάρτησής της από τη Μέση Ανατολή, με κυβερνήσεις να λαμβάνουν έκτακτα μέτρα για να περιορίσουν την κατανάλωση και να διασφαλίσουν την επάρκεια. Ωστόσο, η κρίση διαχέεται ήδη στην Ευρώπη, η οποία βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα νέο κύμα πιέσεων. Σε μια περίοδο εύθραυστης ανάκαμψης, η αύξηση του ενεργειακού κόστους απειλεί τη βιομηχανία, τις μεταφορές και την αγροδιατροφική αλυσίδα, ενώ ο πληθωρισμός επανέρχεται ως κυρίαρχη απειλή.
Για την Ελλάδα, οι συνέπειες θα είναι άμεσες και πολυεπίπεδες. Η οικονομία θα επιβαρυνθεί από το αυξημένο ενεργειακό κόστος, η ελληνική αγροτική παραγωγή θα πιεστεί από ακριβότερα καύσιμα και λιπάσματα, ενώ ο τουρισμός θα επηρεαστεί από το υψηλότερο κόστος μεταφορών και τη μείωση της διαθέσιμης δαπάνης των επισκεπτών. Παράλληλα, η πολιτική πίεση για άμεσες και αποτελεσματικές λύσεις θα ενταθεί.
Απέναντι σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, η Ελλάδα οφείλει, κατ’ αρχάς, να διασφαλίσει την εθνική συνεννόηση. Η ενεργειακή πολιτική δεν μπορεί να αποτελεί πεδίο αντιπαράθεσης, αλλά κοινό εθνικό σχέδιο με συνέχεια και στρατηγική συνέπεια. Ταυτόχρονα, απαιτείται επιτάχυνση της ενεργειακής αυτονομίας μέσω ανανεώσιμων πηγών, επενδύσεων σε αποθήκευση και ενίσχυση των υποδομών. Η στήριξη της αγροτικής παραγωγής και η θωράκιση του τουρισμού αποτελούν κρίσιμες προτεραιότητες, ενώ η χώρα οφείλει να ενισχύσει τον ρόλο της ως ενεργειακού και γεωπολιτικού κόμβου στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η κρίση αυτή δεν είναι παροδική. Είναι η νέα κανονικότητα. Και η απάντηση σε αυτήν θα κριθεί από την πολιτική ευθύνη και τη συναντίληψη, τη σοβαρότητα.