Την επισήμανση πως η Ευρώπη βρίσκεται σε μία από τις πιο κρίσιμες καμπές της μεταπολεμικής της ιστορίας κάνει ο Δημήτρης Αβραμόπουλος.
Με άρθρο του στη Ναυτεμπορική, με τίτλο «Η Ευρώπη στο νέο γεωπολιτικό τοπίο, από την ήπια ισχύ στη στρατηγική αυτονομία», ο πρώην Ευρωπαίος επίτροπος, βουλευτής ΝΔ, σημειώνει πως «το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν η Ευρώπη θα έχει ρόλο στο νέο γεωπολιτικό τοπίο, αλλά ποιον ρόλο θα επιλέξει, οικονομικός γίγαντας με περιορισμένη πολιτική ισχύ ή στρατηγικός δρών με αυτοπεποίθηση και ενότητα».
Έμφαση δίνει και στον ρόλο της Ελλάδας, τονίζοντας ότι «μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα της Ευρώπης με τη Μέση Ανατολή, τη Βόρεια Αφρική και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη».
Αναλυτικά το άρθρο του Δημήτρη Αβραμόπουλου:
«Η Ευρώπη βρίσκεται σε μία από τις πιο κρίσιμες καμπές της μεταπολεμικής της ιστορίας. Το διεθνές σύστημα μεταβαίνει από μια περίοδο σχετικής σταθερότητας σε μια εποχή ρευστότητας, ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων και πολυπολικότητας. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, η ένταση στη Μέση Ανατολή, η αναδιάταξη ισχύος στον Ινδο-Ειρηνικό, η τεχνολογική επανάσταση και η ενεργειακή μετάβαση διαμορφώνουν ένα περιβάλλον στο οποίο η Ευρώπη καλείται να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της.
Για δεκαετίες η Ευρωπαϊκή Ένωση πορεύθηκε ως κανονιστική δύναμη, πρότυπο ειρήνης, δημοκρατίας και οικονομικής ολοκλήρωσης. Το μοντέλο αυτό παραμένει πολύτιμο, αλλά δεν αρκεί πλέον. Η Ευρώπη οφείλει να μεταβεί από την ήπια ισχύ στη συνδυασμένη ισχύ, διπλωματική, οικονομική, αμυντική και τεχνολογική.
Πρώτον, η ασφάλεια. Ο πόλεμος στην Ουκρανία ανέδειξε τις δομικές αδυναμίες της ευρωπαϊκής άμυνας. Η εξάρτηση από το ΝΑΤΟ και κυρίως από τις Ηνωμένες Πολιτείες παραμένει καθοριστική, αλλά η Ευρώπη χρειάζεται τον δικό της στρατηγικό πυλώνα. Η ενίσχυση της αμυντικής βιομηχανίας, η κοινή προμήθεια εξοπλισμών και η διαλειτουργικότητα των ευρωπαϊκών στρατών αποτελούν αναγκαίες προϋποθέσεις.
Δεύτερον, η ενεργειακή ασφάλεια. Η κρίση ανέδειξε το κόστος της εξάρτησης και την ανάγκη διαφοροποίησης πηγών, επενδύσεων στις ανανεώσιμες μορφές ενέργειας και ανάπτυξης διασυνδέσεων. Η ενεργειακή πολιτική μετατρέπεται σε πυλώνα γεωπολιτικής ισχύος.
Τρίτον, η οικονομία και η τεχνολογία. Η Ευρώπη βρίσκεται ανάμεσα στον ανταγωνισμό Ηνωμένων Πολιτειών και Κίνας. Χρειάζεται μια νέα βιομηχανική στρατηγική που θα στηρίζει την καινοτομία, την ψηφιακή μετάβαση και την τεχνητή νοημοσύνη χωρίς να υπονομεύει το κοινωνικό της μοντέλο.
Τέταρτον, η δημοκρατία και η κοινωνική συνοχή. Η άνοδος του λαϊκισμού, η αμφισβήτηση των θεσμών και η κόπωση των πολιτών αποτελούν εσωτερικές προκλήσεις. Χωρίς εμπιστοσύνη των κοινωνιών της, η Ευρώπη δεν μπορεί να έχει ισχυρό γεωπολιτικό ρόλο.
Πέμπτον, η διεύρυνση. Η ευρωπαϊκή προοπτική των Δυτικών Βαλκανίων, της Ουκρανίας και της Μολδαβίας είναι γεωστρατηγική αναγκαιότητα. Μια Ευρώπη που διευρύνεται με όρους και κανόνες ενισχύει τη σταθερότητα αλλά απαιτεί ταυτόχρονα θεσμική εμβάθυνση ώστε να παραμείνει λειτουργική.
Έκτον, η εξωτερική πολιτική. Η Ευρώπη οφείλει να μιλήσει με ενιαία φωνή σε έναν κόσμο διασυνδεδεμένων κρίσεων, βασισμένη στο διεθνές δίκαιο και στην πολυμέρεια. Αυτό όμως προϋποθέτει εναρμόνιση και σύγκλιση απόψεων και όχι την επιβολή της βούλησης των μεγάλων κρατών. Μόνο έτσι διασφαλίζεται η ισοτιμία των κρατών μελών και η νομιμοποίηση των κοινών αποφάσεων.
Σε αυτό το πλαίσιο η Ελλάδα έχει ιδιαίτερη αποστολή. Βρίσκεται στο σταυροδρόμι τριών ηπείρων, αποτελεί πυλώνα σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο, ενεργειακό και διαμετακομιστικό κόμβο και χώρα με βαθιά ευρωπαϊκή ταυτότητα. Μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα της Ευρώπης με τη Μέση Ανατολή, τη Βόρεια Αφρική και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Ακριβώς γι’ αυτό η ελληνική στρατηγική δεν μπορεί να εξαντλείται σε μια απόλυτη ευθυγράμμιση που περιορίζει τα περιθώρια κινήσεων και αποδυναμώνει την ικανότητα προάσπισης του εθνικού συμφέροντος.
Η συμμετοχή στον ευρωπαϊκό και ευρωατλαντικό πυρήνα είναι αδιαπραγμάτευτη. Άλλο όμως η σταθερή ένταξη σε συμμαχίες αξιών και ασφάλειας και άλλο η αυτοπεριοριζόμενη διπλωματία που μετατρέπει μια χώρα σε παθητικό παρατηρητή των εξελίξεων. Η Ελλάδα χρειάζεται ευελιξία αρχών, προσήλωση στο διεθνές δίκαιο και στην ευρωπαϊκή συνοχή αλλά και δυνατότητα διατήρησης λειτουργικών διαύλων με μεγάλες δυνάμεις όταν αυτό υπηρετεί το εθνικό συμφέρον.
Στη σχέση με τη Ρωσία η ευρωπαϊκή στάση είναι δεδομένη όσο διαρκεί η παραβίαση των κανόνων. Αυτό όμως δεν σημαίνει κατάργηση της διπλωματίας ούτε καύση γεφυρών που μπορεί να αποδειχθούν χρήσιμες σε μια μελλοντική ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ειρήνης.
Στη Βουδαπέστη ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο αναγνώρισε ότι κράτη επιδιώκουν να διατηρούν ισορροπημένες σχέσεις με μεγάλες δυνάμεις με γνώμονα το εθνικό τους συμφέρον ακόμη και όταν δεν ταυτίζονται πλήρως με τις προτεραιότητες των συμμάχων τους. Η επισήμανση αυτή επιβεβαιώνει ότι η διπλωματική ευελιξία αποτελεί στοιχείο στρατηγικής και όχι απόκλιση.
Αντίστοιχα στη σχέση με την Κίνα απαιτείται ρεαλισμός, προστασία κρίσιμων υποδομών και ευθυγράμμιση με το ευρωπαϊκό πλαίσιο ασφάλειας αλλά και αξιοποίηση ευκαιριών σε τομείς όπως η ναυτιλία, το εμπόριο, ο τουρισμός και τα logistics όπου δεν θίγονται στρατηγικά συμφέροντα.
Σε έναν πολυπολικό κόσμο το ζητούμενο είναι να είμαστε σταθεροί στις αρχές και ευέλικτοι στις επιλογές. Η ίδια λογική ισορροπίας που αναγνωρίζεται ως θεμιτή για άλλα κράτη μπορεί να αποτελέσει και για την Ελλάδα εργαλείο ενίσχυσης της διεθνούς της θέσης χωρίς να αμφισβητείται ο ευρωπαϊκός και ευρωατλαντικός της προσανατολισμός. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν η Ευρώπη θα έχει ρόλο στο νέο γεωπολιτικό τοπίο αλλά ποιον ρόλο θα επιλέξει, οικονομικός γίγαντας με περιορισμένη πολιτική ισχύ ή στρατηγικός δρών με αυτοπεποίθηση και ενότητα. Η απάντηση εξαρτάται από τη βούληση των κρατών μελών να μοιραστούν κυριαρχία εκεί όπου απαιτείται κοινή δράση. Η ιστορία της ευρωπαϊκής ενοποίησης δείχνει ότι κάθε κρίση οδηγεί σε ένα βήμα προς τα εμπρός. Σήμερα καλούμαστε να οικοδομήσουμε μια Ευρώπη της ασφάλειας, της ενέργειας, της τεχνολογίας και της στρατηγικής ωριμότητας. Μια Ευρώπη που δεν θα εγκαταλείψει το αξιακό της υπόβαθρο, τη δημοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα και το κράτος δικαίου, αλλά θα το μετατρέψει σε πηγή πραγματικής ισχύος. Η πορεία αυτή δεν είναι προδιαγεγραμμένη. Θα καθοριστεί από το αν η Ευρώπη επιλέξει την ενότητα, τη στρατηγική σκέψη και την πολιτική ωριμότητα».


