Υπό το βάρος των διεθνών εξελίξεων και των νέων ισορροπιών στην περιοχή, ο Δημήτρης Αβραμόπουλος αναλύει γιατί ο διάλογος αποτελεί πράξη ευθύνης, με σταθερό γνώμονα το Διεθνές Δίκαιο και τα σαφή όρια της ελληνικής εθνικής στρατηγικής.

Συγκεκριμένα στο άρθρο του στην εφημερίδα «Καθημερινή» αναφέρει:  «Η συνάντηση Μητσοτάκη–Ερντογάν πραγματοποιήθηκε σε ένα διεθνές περιβάλλον αυξημένης ρευστότητας. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, η αστάθεια στη Μέση Ανατολή, οι ενεργειακές ανακατατάξεις και η ευρύτερη αναδιαμόρφωση των γεωπολιτικών ισορροπιών συνθέτουν ένα νέο, απαιτητικό πλαίσιο. Σε αυτό το περιβάλλον, ο διάλογος δεν αποτελεί ένδειξη υποχώρησης, αλλά αποτελεί πράξη ευθύνης.

Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν εξελίσσονται σε κενό αέρος. Επηρεάζονται άμεσα από όσα συμβαίνουν γύρω μας και από τη στρατηγική στόχευση της Τουρκίας, η οποία επιδιώκει να αναβαθμίσει τον ρόλο της από τη Μέση Ανατολή έως τον Καύκασο και την Ανατολική Μεσόγειο. Παράλληλα, η αναθέρμανση των ευρωτουρκικών σχέσεων προσθέτει ένα ακόμη στοιχείο στη συνολική εξίσωση. Η Ευρώπη αναγνωρίζει τη γεωστρατηγική σημασία της Άγκυρας. Σε αυτό το νέο περιβάλλον, η Ελλάδα διαθέτει ένα σαφές πλεονέκτημα: είναι σταθερός, θεσμικά συνεπής και αξιόπιστος ευρωπαϊκός πυλώνας στην περιοχή.

Ο διάλογος, ακόμη και –ή ιδίως– όταν οι συνθήκες είναι δυσμενείς, είναι αναγκαίος. Η απουσία του δημιουργεί κενά που συχνά καλύπτονται από ένταση και καχυποψία. Ωστόσο, ο διάλογος οφείλει να διεξάγεται χωρίς αυταπάτες. Η Ελλάδα δεν διαπραγματεύεται ζητήματα εθνικής κυριαρχίας. Το μόνο ζήτημα που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης είναι η οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών – υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ. Τα υπόλοιπα, όσο κι αν διογκώνονται στη δημόσια σφαίρα, δεν συνιστούν μέρος της ελληνικής ατζέντας.

Εάν και εφόσον κάποτε η συζήτηση οδηγηθεί στη Χάγη, αυτό θα προϋποθέτει κοινή νομική βάση. Το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας δεν μπορεί να εφαρμόζεται επιλεκτικά. Χωρίς αποδοχή κοινών κανόνων, δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστική προοπτική συνυποσχετικού.

Η συγκεκριμένη συνάντηση δεν είχε χαρακτήρα επίλυσης, αλλά διαχείρισης και διατήρησης των διαύλων επικοινωνίας. Σε μια εποχή πολλαπλών αβεβαιοτήτων, η ψυχραιμία, η θεσμική συνέπεια και η εθνική αυτοπεποίθηση συνιστούν τη μόνη ασφαλή στρατηγική. Υπό αυτήν την έννοια, η συνάντηση ήταν χρήσιμη και καλώς πραγματοποιήθηκε».