Με άρθρο του στην «Huffington Post», ο Δημήτρης Αβραμόπουλος αναλύει την κρίση στην Μέση Ανατολή, έπειτα από την σύγκρουση των ΗΠΑ και του Ισραήλ με το Ιράν.
Ο βουλευτής Ηλείας της Νέας Δημοκρατίας, Δημήτρης Αβραμόπουλος σε άρθρο του στην «Huffington Post» με τίτλο: “Ο πόλεμος της ενέργειας δεν τελειώνει με τη λήξη των συγκρούσεων”, περιγράφει μια εποχή βαθιάς μετάβασης, όπου η παλιά διεθνής τάξη υποχωρεί και αναδύεται ένα πολυκεντρικό και ασταθές παγκόσμιο σύστημα. Μεταξύ μεγάλων δυνάμεων όπως οι ΗΠΑ, η Ρωσία και η Κίνα, αλλά και νέων περιφερειακών παικτών όπως η Τουρκία και το Πακιστάν, η στρατηγική ισχύς και η ενέργεια αποκτούν καθοριστικό ρόλο. Οι διεθνείς οργανισμοί δείχνουν αδυναμία, ενώ οι κρίσεις στη Μέση Ανατολή και οι εντάσεις με το Ιράν υπογραμμίζουν τη σημασία της ενεργειακής ασφάλειας και της ανθεκτικότητας των κρατών. Η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να λειτουργήσει ως δύναμη διαλόγου, ενώ η Ελλάδα καλείται να πορευθεί με στρατηγική ψυχραιμία, προσήλωση στο διεθνές δίκαιο και ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος της. Ο πόλεμος μπορεί να τελειώσει στα όπλα, αλλά στον χώρο της ενέργειας μόλις τώρα αρχίζει.
Όπως επισημαίνει ο κ. Αβραμόπουλος: «Η γενιά μας μεγάλωσε με την πεποίθηση ότι η ειρήνη, η σταθερότητα και η διεθνής τάξη αποτελούσαν σχεδόν αυτονόητες συνθήκες. Για δεκαετίες, ο κόσμος λειτουργούσε μέσα σε ένα πλαίσιο σχετικής προβλεψιμότητας, όπου ακόμη και οι μεγάλες κρίσεις μπορούσαν να απορροφηθούν. Σήμερα, αυτή η εποχή έχει οριστικά παρέλθει.
Τα τελευταία χρόνια βιώνουμε μια βαθιά και βίαιη μετάβαση. Ο κόσμος έχει εισέλθει σε μια νέα φάση, όπου η παλαιά διεθνής τάξη υποχωρεί και ένα πολυκεντρικό σύστημα αναδύεται. Διαφορετικά κέντρα ισχύος, με διαφορετικές στρατηγικές και αντιλήψεις, συγκρούονται και συνδιαμορφώνουν ένα περιβάλλον αστάθειας και αβεβαιότητας.
Σε αυτό το νέο τοπίο, ο ρόλος των ηγεσιών είναι καθοριστικός. Από τον Ντόναλντ Τραμπ και τον Βλαντίμιρ Πούτιν μέχρι την Κίνα και άλλες περιφερειακές δυνάμεις, διαμορφώνεται ένα μωσαϊκό στρατηγικών που καθιστά τον κόσμο λιγότερο προβλέψιμο και περισσότερο ανταγωνιστικό.
Την ίδια στιγμή, οι διεθνείς θεσμοί εμφανίζουν σημάδια αδυναμίας. Ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών δεν διαθέτει πλέον την ισχύ και την επιρροή που είχε στο παρελθόν, ενώ η πολυμερής διπλωματία υποχωρεί μπροστά σε συγκρουσιακές λογικές και περιφερειακές πρωτοβουλίες.
Η κρίση στη Μέση Ανατολή και η αντιπαράθεση με το Ιράν αποκαλύπτουν τα όρια των παραδοσιακών προσεγγίσεων. Το Ιράν απέδειξε ότι δεν είναι εύκολο να καμφθεί ένα βαθιά ριζωμένο καθεστώς, ενώ ταυτόχρονα διαθέτει τη δυνατότητα να επηρεάζει καθοριστικά τις παγκόσμιες ισορροπίες. Από την άλλη, το Ισραήλ λειτουργεί με όρους υπαρξιακής ασφάλειας, επιδιώκοντας να εξουδετερώσει κάθε απειλή, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες αναζητούν μια νέα ισορροπία μεταξύ ισχύος και ρεαλισμού.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, αναδύονται και νέοι περιφερειακοί παίκτες, όπως η Τουρκία και το Πακιστάν, που επιδιώκουν να διαδραματίσουν ρόλο στη διαμόρφωση των εξελίξεων. Το διεθνές σύστημα γίνεται ολοένα και πιο ρευστό.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ενέργεια αναδεικνύεται σε κεντρικό πεδίο αντιπαράθεσης. Ακόμη κι αν οι εχθροπραξίες στη Μέση Ανατολή αποκλιμακωθούν, ο πραγματικός πόλεμος θα συνεχιστεί στο πεδίο της ενέργειας. Οι εξελίξεις των τελευταίων εβδομάδων αποκάλυψαν μια βαθιά, δομική μεταβολή στο παγκόσμιο ενεργειακό σύστημα, με συνέπειες που θα διαρκέσουν χρόνια.
Η εκτόξευση των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου, η αβεβαιότητα στις αγορές και η απειλή διακοπής κρίσιμων διαδρομών, όπως τα Στενά του Ορμούζ, μετατρέπουν την ενέργεια σε στρατηγικό εργαλείο ισχύος. Το Ιράν απέδειξε ότι μπορεί να επηρεάσει όχι μόνο τη φυσική ροή της ενέργειας αλλά και την ψυχολογία των αγορών.
Η ενεργειακή ασφάλεια επανέρχεται στο επίκεντρο. Η Ευρώπη, η Ασία και οι αναδυόμενες οικονομίες αναγκάζονται να επανασχεδιάσουν τις στρατηγικές τους. Η πυρηνική ενέργεια, ο άνθρακας, οι ανανεώσιμες πηγές και η επιδίωξη ενεργειακής αυτάρκειας αποκτούν νέα σημασία. Τα κράτη καλούνται να επενδύσουν, να διαφοροποιήσουν τις πηγές τους και να ενισχύσουν την ανθεκτικότητά τους.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, παρά τις αδυναμίες της, θα μπορούσε να διαδραματίσει έναν κρίσιμο ρόλο ως δύναμη διαλόγου και σταθεροποίησης. Η έλλειψη σκληρής ισχύος μπορεί να λειτουργήσει ως πλεονέκτημα σε ένα περιβάλλον όπου οι μεγάλες δυνάμεις συγκρούονται.
Οι πόλεμοι της εποχής μας δεν τελειώνουν με μια ανακοίνωση. Η σύγκρουση στην Ουκρανία και οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή δείχνουν ότι οι επιπτώσεις τους διαρκούν χρόνια, επηρεάζοντας την ενέργεια, την οικονομία και την παγκόσμια ασφάλεια.
Για την Ελλάδα, η νέα αυτή πραγματικότητα απαιτεί στρατηγική ψυχραιμία και συνέπεια. Η προσήλωση στο διεθνές δίκαιο, η ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος και η αποφυγή εμπλοκής σε συγκρούσεις πέραν των υποχρεώσεών της αποτελούν βασικές επιλογές. Η εξωτερική πολιτική δεν είναι πεδίο εντυπώσεων αλλά ευθύνης.
Ο κόσμος που αναδύεται είναι πιο ασταθής και πιο απαιτητικός. Η μετάβαση αυτή θα διαρκέσει και θα συνοδευτεί από συνεχείς ανακατατάξεις.
Ο πόλεμος μπορεί να τελειώσει στο πεδίο των όπλων. Στην ενέργεια, όμως, μόλις τώρα αρχίζει».
