Η ενίσχυση της άμυνας της Κύπρου δεν αποτελεί πράξη πολεμικής εμπλοκής της Ελλάδας, ούτε στροφή σε μια επιθετική στρατηγική. Είναι μια πράξη προστασίας απέναντι σε μια περιφερειακή κρίση που απειλεί να αποκτήσει πολύ ευρύτερες διαστάσεις.
Η Ελλάδα ανταποκρίθηκε σε ένα αίτημα της Κυπριακής Δημοκρατίας και έπραξε σωστά. Όχι για να οξύνει την ένταση, αλλά για να ενισχύσει την ασφάλεια ενός κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε μια εξαιρετικά ευαίσθητη γεωπολιτική συγκυρία.
Η ουσία βρίσκεται ακριβώς εδώ: όταν απειλείται ένα κράτος-μέλος, η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη δεν μπορεί να παραμένει θεωρητικό σύνθημα. Πρέπει να αποκτά πρακτικό περιεχόμενο. Η πρωτοβουλία που άνοιξαν η Αθήνα και το Παρίσι δείχνει τον δρόμο που θα έπρεπε να ακολουθεί η Ευρώπη σε ανάλογες περιπτώσεις.
Το πρόβλημα είναι ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να μη διαθέτει ενιαία αμυντική και εξωτερική πολιτική. Παραμένει κατακερματισμένη, διστακτική, συχνά παγιδευμένη στις εσωτερικές της αντιφάσεις. Το άρθρο 42, παράγραφος 7 θα έπρεπε να είναι αυτονόητο εργαλείο αντίδρασης. Κι όμως, η Ευρώπη εξακολουθεί να δυσκολεύεται να μιλήσει με μία φωνή.
«Ομπρέλα» προστασίας
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ορισμένοι έσπευσαν να ερμηνεύσουν την ελληνική στάση ως κίνηση που μπορεί να οδηγήσει σε εμπλοκή ή σε νέα ελληνοτουρκική ένταση. Πρόκειται για υπερβολή. Η Ελλάδα δεν έστειλε αμυντικά συστήματα στην Κύπρο με επιθετικό σκοπό. Δεν επιχείρησε να μεταφέρει τον πόλεμο στην Ανατολική Μεσόγειο. Ενίσχυσε μια «ομπρέλα» προστασίας για τον ελλαδικό και τον κυπριακό χώρο, στο πλαίσιο μιας καθαρά αμυντικής λογικής. Η αποτροπή δεν είναι πρόκληση. Είναι ευθύνη.
Ούτε η τουρκική αντίδραση υπήρξε τόσο οξεία όσο παρουσιάστηκε. Υπήρξαν δηλώσεις και κινήσεις, κυρίως για λόγους εσωτερικής πολιτικής διαχείρισης. Όμως η επίσημη Άγκυρα γνωρίζει ότι η Ελλάδα δεν ακολουθεί επιθετικό δόγμα. Η χώρα μας ενισχύει την άμυνά της, εκσυγχρονίζει τις δυνατότητές της και ταυτόχρονα επιμένει στον διάλογο. Και αυτό είναι κρίσιμο. Διότι στις σχέσεις με τους γείτονες υπάρχουν δύο μόνο δρόμοι: ο διάλογος ή ο πόλεμος. Μια σοβαρή χώρα οφείλει να υπηρετεί τον πρώτο, χωρίς να υποτιμά ποτέ τους κινδύνους του δεύτερου.
Το μεγάλο ζήτημα, άλλωστε, δεν είναι η άμεση στρατιωτική εμπλοκή της Ελλάδας. Είναι οι συνέπειες ενός πολέμου που κανείς δεν μπορεί να προβλέψει πού θα σταματήσει. Η ιστορία έχει δείξει ότι οι μεγάλες κρίσεις συχνά γενικεύονται από επεισόδια, παρερμηνείες ή αλυσιδωτές αντιδράσεις. Γι’ αυτό και ο φόβος σήμερα δεν αφορά μόνο το πεδίο των επιχειρήσεων, αλλά τη διάχυση της αστάθειας σε ολόκληρη την περιοχή.
Οι επιπτώσεις είναι ήδη ορατές. Η ενέργεια, οι πρώτες ύλες, τα σιτηρά, το διεθνές εμπόριο, όλα πιέζονται. Η άνοδος των τιμών δεν είναι μια αφηρημένη οικονομική εξέλιξη. Πλήττει την κατανάλωση, την καθημερινότητα, τη συνοχή των κοινωνιών. Η Ελλάδα διαθέτει ορισμένες αντοχές, αλλά δεν είναι έξω από το κάδρο. Αν ο πόλεμος παραταθεί, οι επιπτώσεις θα γίνουν αισθητές παντού και πρώτα απ’ όλα στην οικονομία των πολιτών.
Ρεαλισμός και ψυχραιμία
Σε αυτή τη συγκυρία, απαιτείται ρεαλισμός και ψυχραιμία. Η Ελλάδα οφείλει να είναι παρούσα, αξιόπιστη, αποτρεπτική, αλλά και σταθερά προσηλωμένη στο διεθνές δίκαιο και στη διπλωματία. Η στήριξη της Κύπρου είναι υποχρέωση. Η αποφυγή της κλιμάκωσης είναι εξίσου υποχρέωση. Σε έναν κόσμο ολοένα πιο ασταθή, η νηφαλιότητα δεν είναι αδυναμία. Είναι δύναμη, ωριμότητα και εθνική ευθύνη.


