Την επισήμανση πως «η ελληνογαλλική αμυντική συμφωνία λειτουργεί όχι μόνο ως εργαλείο εθνικής αποτροπής, αλλά και ως πρότυπο για τη σταδιακή συγκρότηση μιας ευρωπαϊκής αμυντικής αρχιτεκτονικής» κάνει ο Δημήτρης Αβραμόπουλος.
Σε άρθρο του στη naftemporiki, ο πρώην Ευρωπαίος επίτροπος υπογραμμίζει αναφορικά με την επικείμενη επίσκεψη του Εμανουέλ Μακρόν στην Αθήνα, πως «υπερβαίνει το διμερές επίπεδο» και «υποδηλώνει ότι η Ευρώπη αναζητεί αξιόπιστους εταίρους σε κρίσιμες γεωγραφικές περιοχές».
Το άρθρο του Δημήτρη Αβραμόπουλου έχει ως εξής:
«Η ευρωπαϊκή άμυνα δεν είναι μια νέα ιδέα που γεννήθηκε υπό την πίεση των σημερινών κρίσεων. Αντιθέτως, αποτελεί ένα διαχρονικό ζητούμενο της ευρωπαϊκής ενοποίησης, το οποίο επανέρχεται με διαφορετική ένταση σε κάθε ιστορική καμπή.
Ήδη από το 1954, η Ευρωπαϊκή Αμυντική Κοινότητα επιχείρησε να θέσει τα θεμέλια ενός κοινού ευρωπαϊκού στρατού. Το εγχείρημα κατέρρευσε, κυρίως λόγω της γαλλικής άρνησης, αποκαλύπτοντας τους βαθιούς φόβους απώλειας κυριαρχίας που χαρακτήριζαν την Ευρώπη της εποχής.
Επτά δεκαετίες μετά, η ιστορία επιστρέφει με έναν σχεδόν ειρωνικό τρόπο. Η Γαλλία, που τότε ανέκοψε την προοπτική της κοινής άμυνας, σήμερα πρωτοστατεί στην αναζήτηση μιας ισχυρότερης ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας. Η μεταστροφή αυτή δεν είναι τυχαία. Αντανακλά μια βαθύτερη μεταβολή στο διεθνές σύστημα, όπου η Ευρώπη καλείται να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της. Όχι ως θεατής των εξελίξεων, αλλά ως δρώντας με στρατηγική βούληση και επιχειρησιακή ικανότητα.
Η Ευρώπη βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με ένα πολυσύνθετο περιβάλλον ασφάλειας. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή, η αστάθεια στη Βόρεια Αφρική, η όξυνση των ανταγωνισμών μεγάλων δυνάμεων και η επανεμφάνιση της ισχύος ως καθοριστικού παράγοντα στη διεθνή πολιτική δημιουργούν ένα πλαίσιο αυξημένης αβεβαιότητας. Παράλληλα, οι υβριδικές απειλές, η κυβερνοασφάλεια, η εργαλειοποίηση της ενέργειας και των μεταναστευτικών ροών αναδιαμορφώνουν την έννοια της ασφάλειας, η οποία πλέον υπερβαίνει τα παραδοσιακά στρατιωτικά όρια.
Σε αυτό το περιβάλλον, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί αποκλειστικά ως οικονομική ένωση. Η πραγματικότητα επιβάλλει τη μετάβαση σε μια ένωση που διαθέτει και στρατηγική υπόσταση. Η έννοια της στρατηγικής αυτονομίας δεν αφορά την απομάκρυνση από τις διατλαντικές σχέσεις, αλλά την ενίσχυση της ευρωπαϊκής ικανότητας δράσης. Το ΝΑΤΟ παραμένει ο βασικός πυλώνας συλλογικής άμυνας, αλλά η Ευρώπη οφείλει να αποκτήσει την ικανότητα να ενεργεί όταν οι συνθήκες το απαιτούν.
Η απόφαση για τη διάθεση περίπου 850 δισεκατομμυρίων ευρώ για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής άμυνας αποτελεί μια από τις σημαντικότερες εξελίξεις των τελευταίων δεκαετιών. Δεν πρόκειται απλώς για αύξηση των αμυντικών δαπανών. Πρόκειται για μια έμπρακτη αναγνώριση ότι η ασφάλεια έχει κόστος και ότι η Ευρώπη οφείλει να το αναλάβει. Ωστόσο, το ύψος των κονδυλίων δεν αποτελεί από μόνο του εγγύηση επιτυχίας.
Το κρίσιμο ζήτημα είναι ο τρόπος αξιοποίησης αυτών των πόρων. Η Ευρώπη διαχρονικά χαρακτηρίζεται από κατακερματισμό στον τομέα της άμυνας. Πολλαπλά εθνικά προγράμματα, διαφορετικά οπλικά συστήματα, περιορισμένη διαλειτουργικότητα και απουσία κοινής βιομηχανικής στρατηγικής δημιουργούν ένα σύστημα λιγότερο αποδοτικό και περισσότερο δαπανηρό. Εάν η νέα αυτή επένδυση δεν συνοδευτεί από ουσιαστική ενοποίηση, υπάρχει ο κίνδυνος να αναπαραχθούν τα ίδια προβλήματα σε μεγαλύτερη κλίμακα.
Εδώ αναδεικνύεται η σημασία της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας. Η Ευρώπη δεν μπορεί να παραμείνει εξαρτημένη από εξωτερικούς προμηθευτές σε κρίσιμους τομείς ασφάλειας. Η ανάπτυξη εγχώριας τεχνογνωσίας, η ενίσχυση της παραγωγικής βάσης και η επένδυση στην καινοτομία αποτελούν προϋποθέσεις για την οικοδόμηση πραγματικής στρατηγικής αυτονομίας. Η άμυνα συνδέεται άμεσα με την οικονομία, την τεχνολογία και την ανταγωνιστικότητα. Η διάσταση αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία στο πλαίσιο του διεθνούς ανταγωνισμού.
Η Ευρώπη δεν μπορεί να παραμένει καταναλωτής ασφάλειας σε έναν κόσμο όπου η τεχνολογική υπεροχή καθορίζει την ισχύ. Η αμυντική καινοτομία, από τα μη επανδρωμένα συστήματα έως τις διαστημικές εφαρμογές και την κυβερνοάμυνα, αποτελεί πλέον βασικό πεδίο στρατηγικής υπεροχής.
Η δημιουργία οικονομιών κλίμακας, η ενοποίηση της αγοράς αμυντικού υλικού και η ενίσχυση των ευρωπαϊκών αλυσίδων αξίας μπορούν να μετατρέψουν την άμυνα σε μοχλό συνολικής ευρωπαϊκής ισχύος. Με αυτόν τον τρόπο, η επένδυση στην άμυνα παύει να είναι απλώς δαπάνη και μετατρέπεται σε στρατηγική επένδυση για το μέλλον της Ευρώπης.
Η συζήτηση, επομένως, δεν είναι τεχνική. Είναι βαθιά πολιτική. Το ερώτημα δεν είναι πόσα θα δαπανήσει η Ευρώπη, αλλά αν είναι διατεθειμένη να λειτουργήσει ως ενιαία στρατηγική οντότητα. Και εδώ εντοπίζεται η βασική πρόκληση: η υπέρβαση των εθνικών επιφυλάξεων προς όφελος μιας κοινής ευρωπαϊκής προοπτικής.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ελληνογαλλική στρατηγική σχέση αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η επικείμενη επίσκεψη του Emmanuel Macron στην Αθήνα δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη διμερές γεγονός. Αποτελεί ένδειξη ότι η σχέση αυτή εντάσσεται πλέον σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο, όπου οι διμερείς συνεργασίες λειτουργούν ως καταλύτες για τη διαμόρφωση κοινών πολιτικών.
Η σημασία της επίσκεψης υπερβαίνει το διμερές επίπεδο. Υποδηλώνει ότι η Ευρώπη αναζητεί αξιόπιστους εταίρους σε κρίσιμες γεωγραφικές περιοχές. Η Ανατολική Μεσόγειος αποτελεί μία από αυτές. Σε μια περιοχή όπου διασταυρώνονται ενεργειακά συμφέροντα, γεωπολιτικές εντάσεις και θαλάσσιες διαδρομές στρατηγικής σημασίας, η Ελλάδα αναδεικνύεται σε παράγοντα σταθερότητας.
Η Ελλάδα δεν πρέπει να παρουσιάζεται ούτε να αυτοαντιλαμβάνεται ως χώρα εγκλωβισμένη στις περιοδικές εξάρσεις της έντασης με την Τουρκία. Μια τέτοια ανάγνωση θα περιόριζε στρατηγικά τον ρόλο της και θα τη φυλάκιζε σε μια αμυντική αφήγηση.
Η έμφαση, συνεπώς, δεν βρίσκεται στην αντιπαράθεση, αλλά στη μετατόπιση της οπτικής: από τη διαχείριση ενός προβλήματος στην ανάδειξη του στρατηγικού ρόλου της Ελλάδας ως παράγοντα σταθερότητας, συνέπειας και θεσμικής αξιοπιστίας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η πραγματική αξία της Ελλάδας για την Ευρώπη είναι ευρύτερη και βαθύτερη. Εδράζεται στη γεωγραφική της θέση, στη συμμετοχή της σε κρίσιμους ενεργειακούς και διαμετακομιστικούς άξονες, στη ναυτική της ισχύ, στη δημοκρατική της σταθερότητα και στην ιδιότητά της ως αξιόπιστου κράτους-μέλους σε μια περιοχή υψηλών αναταράξεων.
Ακριβώς γι’ αυτό η Ελλάδα μπορεί να λειτουργήσει ως ήπια δύναμη. Όχι με την έννοια της αδυναμίας, αλλά με την έννοια της ώριμης επιρροής. Ως χώρα που εκπέμπει νομιμότητα, στηρίζει το διεθνές δίκαιο, οικοδομεί γέφυρες συνεργασίας και προσφέρει σταθερότητα αντί για θόρυβο. Η ήπια ισχύς δεν αναιρεί την ανάγκη αποτροπής. Τη συμπληρώνει και της προσδίδει βάθος και αξιοπιστία.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ελληνογαλλική αμυντική συμφωνία λειτουργεί όχι μόνο ως εργαλείο εθνικής αποτροπής, αλλά και ως πρότυπο για τη σταδιακή συγκρότηση μιας ευρωπαϊκής αμυντικής αρχιτεκτονικής. Δεν συνιστά ένα ευρωπαϊκό ΝΑΤΟ. Δείχνει, όμως, πώς επιμέρους στρατηγικές συμπράξεις μπορούν να συγκροτήσουν έναν πυρήνα κοινής άμυνας με πολιτική συνοχή και επιχειρησιακή αξιοπιστία.
Στο ίδιο πνεύμα, η συμφωνία αυτή δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως στραμμένη κατά της Τουρκίας. Μια τέτοια προσέγγιση θα ήταν πολιτικά απλουστευτική και στρατηγικά εσφαλμένη. Δεν συγκροτήθηκε για να τροφοδοτήσει λογικές αντιπαράθεσης, αλλά για να ενισχύσει την αποτρεπτική αξιοπιστία, να εδραιώσει ένα πλαίσιο ασφάλειας και να αναδείξει ένα πρότυπο συνεργασίας που στηρίζεται στη σταθερότητα, στον σεβασμό του διεθνούς δικαίου και στην ισορροπία ισχύος.
Η ρήτρα αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής ενισχύει την αποτρεπτική ισχύ της Ελλάδας και ταυτόχρονα προσδίδει ευρωπαϊκή διάσταση στην έννοια της ασφάλειας. Δεν αντικαθιστά το ΝΑΤΟ, αλλά λειτουργεί συμπληρωματικά, ενισχύοντας την πολυεπίπεδη αρχιτεκτονική ασφάλειας στην Ευρώπη.
Στην Ανατολική Μεσόγειο, αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Η ισορροπία ισχύος αποτελεί προϋπόθεση για ουσιαστικό διάλογο. Η αποτροπή δεν αντιστρατεύεται τη διπλωματία. Την καθιστά πιο αποτελεσματική και πιο αξιόπιστη. Σε ένα περιβάλλον όπου οι προκλήσεις είναι σύνθετες, η ύπαρξη σαφών συμμαχιών και σταθερών κανόνων λειτουργεί ως παράγοντας αποτροπής της αστάθειας.
Για τη Γαλλία, η συνεργασία με την Ελλάδα ενισχύει την παρουσία της στη Μεσόγειο και επιβεβαιώνει τον ρόλο της ως βασικού παράγοντα στη συζήτηση για την ευρωπαϊκή άμυνα. Για την Ελλάδα, η σχέση αυτή αποτελεί μοχλό αναβάθμισης του γεωπολιτικού της ρόλου και ενίσχυσης της διεθνούς της παρουσίας.
Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, παραμένει: μπορεί η Ευρώπη να μετατρέψει αυτή τη συγκυριακή κινητοποίηση σε μια μόνιμη στρατηγική επιλογή; Η ιστορία δείχνει ότι οι κρίσεις συχνά λειτουργούν ως καταλύτες αλλαγής, αλλά η διατήρηση της δυναμικής απαιτεί πολιτική βούληση και συνέπεια.
Σήμερα, οι συνθήκες είναι διαφορετικές από το 1954. Οι απειλές είναι πιο σύνθετες, η ανάγκη για συνεργασία πιο επιτακτική και τα διαθέσιμα μέσα πολύ περισσότερα. Αυτό που εξακολουθεί να αποτελεί πρόκληση είναι η πολιτική ενοποίηση στον τομέα της άμυνας.
Για την Ελλάδα, η συγκυρία αυτή αποτελεί ευκαιρία αλλά και ευθύνη. Οφείλει να είναι ενεργός συμμετέχων στη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής αμυντικής πολιτικής. Όχι ως χώρα που αναζητεί προστασία, αλλά ως χώρα που συνδιαμορφώνει πολιτικές και παράγει στρατηγική αξία.
Η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε μια ιστορική επιλογή: είτε θα παραμείνει μια ένωση οικονομικής ισχύος με περιορισμένη γεωπολιτική επιρροή, είτε θα εξελιχθεί σε πραγματικό στρατηγικό δρώντα. Η εξέλιξη αυτή δεν είναι προδιαγεγραμμένη. Θα εξαρτηθεί από τις αποφάσεις που θα ληφθούν σήμερα.
Τα 850 δισεκατομμύρια ευρώ αποτελούν ένα σημαντικό εργαλείο. Δεν είναι, όμως, ο στόχος. Ο στόχος είναι η δημιουργία μιας Ευρώπης που μπορεί να προστατεύει τα συμφέροντά της, να διασφαλίζει την ασφάλειά της και να διαδραματίζει ενεργό ρόλο στο διεθνές σύστημα.
Η πολιτική βούληση θα καθορίσει αν αυτή η ευκαιρία θα μετατραπεί σε πραγματική ευρωπαϊκή ισχύ».