Η Βενεζουέλα υπήρξε για δεκαετίες συνώνυμο του πλούτου, της μεγάλης γεωπολιτικής σημασίας και των έντονων αντιφάσεων.

Μια χώρα με τεράστια ενεργειακά αποθέματα και εύφορη γη, που όμως κατέληξε σε οικονομική κατάρρευση, θεσμική αποσύνθεση και διεθνή απομόνωση. Η διεθνής δίωξη και η σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο δεν αποτελούν κεραυνό εν αιθρία· είναι το τελικό αποτέλεσμα μιας μακράς ιστορικής διαδρομής, κατά την οποία ο φυσικός πλούτος μετατράπηκε σταδιακά σε πολιτική και οικονομική παγίδα.

Η ιστορία της σύγχρονης Βενεζουέλας ξεκινά το 1811 με την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας από την Ισπανία. Κεντρική μορφή υπήρξε ο Σιμόν Μπολίβαρ, στρατιωτικός και πολιτικός ηγέτης των απελευθερωτικών πολέμων της Νότιας Αμερικής. Μετά τη νίκη κατά της αποικιοκρατίας, η Βενεζουέλα εντάχθηκε στη Μεγάλη Κολομβία, ένα βραχύβιο ομοσπονδιακό κράτος που περιλάμβανε τη σημερινή Κολομβία, τον Ισημερινό και τον Παναμά. Η διάλυσή του το 1830 οδήγησε στη δημιουργία ανεξάρτητου βενεζουελάνικου κράτους, το οποίο όμως πέρασε σχεδόν έναν αιώνα πολιτικής αστάθειας, πραξικοπημάτων και εμφυλίων συγκρούσεων.

Η πρώτη περίοδος σχετικής θεσμικής σταθερότητας ήρθε το 1958, με την πτώση της στρατιωτικής δικτατορίας του Μάρκος Πέρες Χιμένες και την εγκαθίδρυση κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Παρά την πολιτική ομαλότητα, το κράτος παρέμεινε δομικά εξαρτημένο από έναν και μόνο οικονομικό πυλώνα: το πετρέλαιο.

Η Βενεζουέλα διαθέτει τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα αποθέματα πετρελαίου παγκοσμίως, περίπου 303 δισεκατομμύρια βαρέλια. Από τη δεκαετία του 1970, τα έσοδα αυτά την κατέστησαν μία από τις πλουσιότερες χώρες της Λατινικής Αμερικής. Αντί όμως να επενδυθούν σε βιομηχανία, θεσμούς και διαφοροποίηση της οικονομίας, διοχετεύθηκαν σε κατανάλωση, πελατειακές πολιτικές και υπερδιόγκωση του κράτους. Καθοριστικό ρόλο έπαιξε η PDVSA, η κρατική πετρελαϊκή εταιρεία, η οποία από τεχνοκρατικός ενεργειακός κολοσσός μετατράπηκε σταδιακά σε πολιτικό εργαλείο, με αποτέλεσμα την πτώση της παραγωγής και τη χρόνια έλλειψη επενδύσεων.

Πέρα από το πετρέλαιο, η χώρα διαθέτει φυσικό αέριο, χρυσό, σίδηρο, βωξίτη και εκτεταμένη εύφορη γη· περίπου το 25% της επικράτειας είναι αγροτικά αξιοποιήσιμο. Ωστόσο, οι κρατικοποιήσεις, η έλλειψη ασφάλειας δικαίου και η κατάρρευση των υποδομών οδήγησαν σε δραματική πτώση της αγροτικής παραγωγής και εξάρτηση από εισαγωγές ακόμη και βασικών τροφίμων.

Η καμπή ήρθε με την άνοδο του Ούγκο Τσάβες το 1999. Το λεγόμενο «μπολιβαριανό μοντέλο» συνδύασε κοινωνικές παροχές με αυξημένο κρατικό έλεγχο, αλλά σταδιακά εξελίχθηκε σε αυταρχικό καθεστώς, με συστηματική υπονόμευση των θεσμών, αμφισβητούμενες εκλογικές διαδικασίες, περιορισμό της ελευθερίας του Τύπου και ποινικοποίηση της πολιτικής αντιπολίτευσης. Πολιτικοί αντίπαλοι οδηγήθηκαν στη φυλακή ή στην εξαναγκαστική εξορία ενώ η εκτελεστική εξουσία συγκέντρωσε πρωτοφανείς αρμοδιότητες. Ο διάδοχός του, ο Νικολάς Μαδούρο, κληρονόμησε ένα σύστημα που λειτουργούσε μόνο με υψηλές τιμές πετρελαίου. Όταν αυτές κατέρρευσαν, το ήδη αυταρχικό και οικονομικά εύθραυστο μοντέλο οδήγησε τη χώρα σε βαθιά οικονομική και κοινωνική κρίση.

Το ΑΕΠ της Βενεζουέλας μειώθηκε κατά περισσότερο από 70% μέσα σε μία δεκαετία, ενώ ο υπερπληθωρισμός διέλυσε την αγοραστική δύναμη των πολιτών. Σχεδόν το 80% του πληθυσμού ζει κάτω από το όριο της φτώχειας ενώ πάνω από το 50% βρίσκεται σε συνθήκες ακραίας φτώχειας (στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανθρωπιστικής Βοήθειας). Η κοινωνική κατάρρευση συνοδεύτηκε από ένα άνευ προηγουμένου μεταναστευτικό κύμα: περισσότερα από 7 εκατομμύρια άτομα εγκατέλειψαν τη χώρα από το 2010, καθιστώντας τη βενεζουελάνικη έξοδο μία από τις μεγαλύτερες παγκοσμίως σε καιρό ειρήνης.

Η σύλληψη του Μαδούρο αποτέλεσε το αποκορύφωμα αυτής της πορείας. Οι αμερικανικές αρχές τη δικαιολόγησαν με κατηγορίες για διακίνηση ναρκωτικών, εκτεταμένη διαφθορά και συστηματική καταπάτηση της δημοκρατικής τάξης, υποστηρίζοντας ότι το καθεστώς είχε εξελιχθεί σε διεθνή απειλή και όχι απλώς σε εσωτερικό πολιτικό πρόβλημα. Η στρατηγική πίεσης που διαμορφώθηκε επί Ντόναλντ Τραμπ βασίστηκε στη θέση ότι τα αυταρχικά καθεστώτα δεν μεταρρυθμίζονται μέσω ανοχής, αλλά υπό το βάρος στοχευμένων κυρώσεων, απομόνωσης και επιβολής του νόμου.

Η εξέλιξη αυτή ξεπερνά τα σύνορα της Βενεζουέλας. Εντάσσεται στη σταδιακή αποδυνάμωση ενός ευρύτερου αντιαμερικανικού άξονα, με βασικούς πυλώνες, μεταξύ άλλων, τη Βενεζουέλα, την Κούβα και το Ιράν. Πρόκειται για καθεστώτα που επένδυσαν στην αντιπαράθεση με τη Δύση, στην εργαλειοποίηση της ενέργειας και στην καταστολή, χωρίς όμως να εξασφαλίσουν βιώσιμη οικονομία ή κοινωνική συναίνεση. Η Βενεζουέλα ίσως υπήρξε ο πιο εύθραυστος κρίκος αυτής της αλυσίδας.

Σε αυτό το πλαίσιο, το Ιράν βρίσκεται πλέον υπό διπλή πίεση. Εξωτερικά, καθώς αντιμετωπίζεται από το Ισραήλ ως υπαρξιακή απειλή για ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, λόγω της στήριξης ισλαμιστικών οργανώσεων και της αποσταθεροποιητικής δράσης του. Εσωτερικά, επειδή η κοινωνία δείχνει ολοένα και λιγότερη ανοχή σε ένα καθεστώς που συνδυάζει δικτατορία, διεθνή απομόνωση, οικονομική ασφυξία και επίμονο πληθωρισμό. Η λαϊκή αγανάκτηση λειτουργεί πλέον ως παράγοντας αποσταθεροποίησης εκ των έσω.

Το παράδειγμα της Βενεζουέλας λειτουργεί έτσι ως προειδοποίηση. Δείχνει ότι τα αυταρχικά καθεστώτα που στηρίζονται στον φόβο, στον ιδεολογικό αντιαμερικανισμό και σε συμμαχίες ανάγκης μπορούν να καταρρεύσουν όταν συνυπάρξουν η διεθνής πίεση και η εσωτερική απονομιμοποίηση.