Με φόντο την πρώτη εκδήλωση της ΕΛ.Α.Σ. στη Νίκαια, ο Αλέξης Τσίπρας επανέρχεται με φιλόδοξο αφήγημα και βαριές εξαγγελίες που θυμίζουν πολιτικές συνταγές του παρελθόντος.
Η επανεμφάνιση του Αλέξη Τσίπρα στο πολιτικό προσκήνιο, μέσω της πρώτης ανοιχτής εκδήλωσης της ΕΛ.Α.Σ. στη Νίκαια, επιχειρεί να εκπέμψει εικόνα ανανέωσης και κοινωνικής επανεκκίνησης. Ωστόσο, πίσω από το επικοινωνιακό περιτύλιγμα της «συμπαράταξης των πολιτών», ξεδιπλώνεται ένα γνωστό πολιτικό μοτίβο: υψηλές προσδοκίες, μεγάλες υποσχέσεις και μια ρητορική που στηρίζεται περισσότερο στη συναισθηματική φόρτιση παρά σε μετρήσιμη ρεαλιστικότητα. Σε μια περίοδο όπου η οικονομία απαιτεί σταθερότητα και δημοσιονομική σοβαρότητα, το νέο εγχείρημα του πρώην πρωθυπουργού δοκιμάζεται ήδη στο πεδίο της αξιοπιστίας.
Το πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται η ΕΛ.Α.Σ. είναι σαφές: επαναδιεκδίκηση ρόλου στην αντιπολίτευση και προσπάθεια επανασύνδεσης με κοινωνικά ακροατήρια που έχουν πιεστεί από την ακρίβεια και την καθημερινότητα. Όμως όσο εντείνεται η ρητορική περί «λαϊκών γειτονιών» και «νέας πολιτικής αρχής», τόσο επανέρχεται και το βασικό ερώτημα: πρόκειται για νέο πολιτικό σχέδιο ή για ανακύκλωση μιας ήδη γνωστής πολιτικής συνταγής που έχει δοκιμαστεί και έχει κριθεί από τους πολίτες;
Η Νίκαια ως συμβολισμός και η επιστροφή στο γνώριμο πολιτικό λεξιλόγιο
Η επιλογή της Νίκαιας ως αφετηρίας δεν ήταν τυχαία. Πρόκειται για έναν χώρο με ισχυρό συμβολικό φορτίο για την Αριστερά, αλλά και για μια προσπάθεια επανασύνδεσης με λαϊκά ακροατήρια. Ωστόσο, η πολιτική συμβολισμών δεν αρκεί για να απαντήσει στα πραγματικά ερωτήματα που τίθενται για το νέο εγχείρημα.
Οι αναφορές σε «λαϊκές γειτονιές», «πολίτες της δουλειάς» και «νέα πολιτική αρχή» συνθέτουν ένα αφήγημα που περισσότερο θυμίζει επαναφορά παλαιότερων πολιτικών εργαλείων, παρά εισαγωγή νέας στρατηγικής. Η πολιτική εμπειρία δείχνει ότι τέτοιες ρητορικές έχουν περιορισμένη διάρκεια όταν δεν συνοδεύονται από σαφές και κοστολογημένο πρόγραμμα.
Εξαγγελίες υψηλού κόστους και ερωτήματα ρεαλισμού
Στην ομιλία του ο Αλέξης Τσίπρας επανέφερε ένα σύνολο παρεμβάσεων που περιλαμβάνουν φθηνότερη ενέργεια, ρυθμίσεις για τα κόκκινα δάνεια, δωρεάν μετακινήσεις, αλλαγές στην εκπαίδευση και αυξήσεις μισθών στο δημόσιο σύστημα υγείας και παιδείας.
Το κοινό στοιχείο όλων αυτών των προτάσεων είναι το σημαντικό δημοσιονομικό τους αποτύπωμα. Αυτό που απουσιάζει, ωστόσο, είναι η σαφής απάντηση στο πώς θα χρηματοδοτηθεί ένα τόσο εκτεταμένο πακέτο παρεμβάσεων χωρίς να τεθεί υπό πίεση η δημοσιονομική ισορροπία της χώρας. Η εμπειρία των τελευταίων ετών έχει δείξει ότι η οικονομική πολιτική δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά σε πολιτικές προθέσεις, αλλά απαιτεί συγκεκριμένα όρια και δεσμεύσεις.
Από την πολιτική επανεκκίνηση στην επανάληψη γνωστών μοτίβων
Παρά την προσπάθεια να παρουσιαστεί ως νέα πολιτική δύναμη, η ΕΛ.Α.Σ. του Αλέξη Τσίπρα εμφανίζει έντονα στοιχεία πολιτικής συνέχειας με το παρελθόν του. Η έμφαση στις παροχές, η ρητορική περί κοινωνικών ανισοτήτων και η συνεχής αντιπαράθεση με την κυβέρνηση συγκροτούν ένα γνώριμο πλαίσιο πολιτικής αντιπαράθεσης.
Το πρόβλημα για τον πρώην πρωθυπουργό είναι ότι αυτό το πλαίσιο έχει ήδη δοκιμαστεί στην πράξη και έχει κριθεί από τους πολίτες. Η πολιτική επιστροφή, όσο επικοινωνιακά ισχυρή κι αν είναι, δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από την προηγούμενη κυβερνητική εμπειρία, η οποία εξακολουθεί να βαραίνει την προσπάθεια επανατοποθέτησης.
Η πραγματική πρόκληση της αξιοπιστίας
Πίσω από τις εντυπωσιακές διακηρύξεις και τις αναφορές σε «νέα αρχή», το κρίσιμο ερώτημα παραμένει αναλλοίωτο: κατά πόσο ένα πολιτικό εγχείρημα που στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην επαναφορά γνωστών προτάσεων μπορεί να πείσει ότι αποτελεί πραγματική εναλλακτική διακυβέρνησης.
Η πολιτική αξιοπιστία δεν οικοδομείται μόνο με εκδηλώσεις και συνθήματα, αλλά με συνέπεια, ρεαλισμό και κυρίως με την ικανότητα να απαντά κανείς στα δύσκολα ερωτήματα της οικονομίας και της διακυβέρνησης. Σε αυτό το πεδίο, η ΕΛ.Α.Σ. του Αλέξη Τσίπρα έχει ακόμη μπροστά της το πιο απαιτητικό τεστ.