Οι οικονομικές προτάσεις της ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα δύσκολα αντέχουν σε στοιχειώδη έλεγχο και θυμίζουν το περιβόητο πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης.
Όσο η ΕΛΑΣ επιχειρεί να πείσει ότι αποτελεί κάτι… νέο στο πολιτικό σκηνικό τόσο οι δημόσιες παρεμβάσεις των στελεχών της επαναφέρουν μνήμες από μια περίοδο που πολλοί πίστευαν ότι είχε οριστικά κλείσει. Οι τελευταίες εμφανίσεις του Αντώνη Σαουλίδη, της Μαριζέτας Αντωνοπούλου και του Νίκου Νυφούδη αποτυπώνουν εύγλωττα το γεγονός ότι οι οικονομικές προτάσεις τους δύσκολα αντέχουν σε στοιχειώδη έλεγχο.
Από τις παραδοχές ότι το πρόγραμμα δεν έχει ακόμη κοστολογηθεί μέχρι τη πεποίθηση ότι 1.500 φορολογούμενοι αρκούν για να βρεθούν 4 δισ. ευρώ, η οικονομική επιχειρηματολογία που αναπτύσσουν τα στελέχη της ΕΛΑΣ δημιουργεί περισσότερα ερωτήματα απ’ όσα απαντά. Και μέσα σε όλο αυτό το σκηνικό, ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας προχωρά σε προτάσεις που μάλλον θυμίζουν το περιβόητο πρόγραμμα Θεσσαλονίκης.
Σε κάθε περίπτωση, η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη φαίνεται να διαθέτει πλέον μια τριάδα στελεχών που εμφανίζεται αποφασισμένη να ξαναγράψει τους νόμους των οικονομίας, της φορολογίας και της κοινής λογικής.
Είναι χαρακτηριστικό ότι η Μαριζέτα Αντωνοπούλου, παρουσιάζοντας τις βασικές προτεραιότητες της ΕΛΑΣ, υποστήριξε ότι το κόμμα διαθέτει ολοκληρωμένο πρόγραμμα για την οικονομία και το κοινωνικό κράτος. Όταν όμως η συζήτηση έφτασε στο κόστος των μέτρων, παραδέχθηκε ότι η πλήρης κοστολόγηση δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί και ότι θα παρουσιαστεί σε επόμενο χρόνο.
Την ίδια ώρα, ο Αντώνης Σαουλίδης, επιχειρώντας να απαντήσει στο ερώτημα από πού θα βρεθούν οι απαραίτητοι πόροι, υποστήριξε ότι μόνο από την αύξηση της φορολόγησης περίπου 1.500 ΑΦΜ που δηλώνουν εισοδήματα άνω των 900.000 ευρώ μπορεί να προκύψει δημοσιονομικό όφελος ύψους 4 δισεκατομμυρίων ευρώ.
Αν, δηλαδή, τα 4 δισεκατομμύρια ευρώ προέρχονταν αποκλειστικά από 1.500 φορολογούμενους, αυτό θα σήμαινε κατά μέσο όρο πρόσθετη φορολογική επιβάρυνση άνω των 2,6 εκατομμυρίων ευρώ ανά ΑΦΜ. Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκαν και οι αναφορές στελεχών του κόμματος για αυξήσεις στη φορολογία των μερισμάτων, στην υπεραξία κεφαλαίου και σε αυτό που κατά καιρούς έχει περιγραφεί ως πρόσθετη επιβάρυνση στις μεγάλες επιχειρήσεις. Το βασικό επιχείρημα της ΕΛΑΣ είναι ότι ένα μικρό τμήμα οικονομικά ισχυρών φορολογουμένων μπορεί να χρηματοδοτήσει ένα ευρύ πακέτο κοινωνικών παροχών.
Αλλά τα ίδια τα στοιχεία αποδεικνύουν ότι το οικονομικό σκεπτικό του κόμματος Τσίπρα δεν βασίζεται στην πραγματικότητα, αλλά σε κάτι που θέλουν να ακούσουν οι ψηφοφόροι του. Ότι δηλαδή θα φορολογήσει τον «μεγάλο πλούτο». Η αλήθεια του εφικτού όμως είναι εντελώς διαφορετική.
Κι αυτό διότι η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η αύξηση φορολογικών συντελεστών δεν οδηγεί πάντοτε σε αντίστοιχη αύξηση των δημοσίων εσόδων. Αντιθέτως, σε πολλές περιπτώσεις οδηγεί σε μεταφορά επενδυτικών κεφαλαίων, σε αναβολή επενδύσεων ή σε αναζήτηση ευνοϊκότερων φορολογικών καθεστώτων. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα τελευταία χρόνια τα δημόσια έσοδα από τα μερίσματα αυξήθηκαν σημαντικά παρότι ο φορολογικός συντελεστής μειώθηκε από το 10% στο 5%.
Αντίστοιχα, τα έσοδα από τη φορολογία των επιχειρήσεων καταγράφουν σημαντική άνοδο σε σχέση με το 2019, παρά το γεγονός ότι ο συντελεστής φορολόγησης έχει μειωθεί από το 28% στο 22%. Τα στοιχεία αυτά δεν σημαίνουν προφανώς ότι κάθε μείωση φόρων αυξάνει αυτομάτως τα έσοδα, αλλά πως η σχέση μεταξύ φορολογικών συντελεστών και δημοσίων εσόδων είναι πολύ πιο σύνθετη από όσο παρουσιάζεται στις δημόσιες τοποθετήσεις στελεχών της ΕΛΑΣ.
Ταυτόχρονα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει μια ακόμη πρόταση εκπροσώπων της αντιπολίτευσης και ειδικότερα η επαναφορά της 13ης σύνταξης και 13ου μισθού στο Δημόσιο. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, για να υλοποιηθεί ένα τέτοιο μέτρο εκτιμάται ότι απαιτεί πρόσθετους πόρους περίπου 4 δισ. ευρώ κάθε χρόνο. Και μάλιστα τα χρήματα δεν γίνεται, σύμφωνα με τους ισχύοντες ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες, να βρεθούν από έκτακτα ή αβέβαια έσοδα. Με άλλα λόγια, οφείλουν να ληφθούν… αντίμετρα, τα οποία όμως η αντιπολίτευση δεν έχει ανακοινώσει.
Εν κατακλείδι, φαίνεται ότι μια ακόμη φορά η ανέξοδη παροχολογία του Αλέξη Τσίπρα και των στελεχών του θα αποτελέσει το βασικό καύσιμο για να τεθεί σε κίνηση το πολιτικό αφήγημά τους. Αλλά οι Έλληνες πολίτες το είδαν το έργο και έμαθαν.