Αφού δεν τους βγήκε το «σπρώξιμο» σε Ανδρουλάκη, Κωνσταντοπούλου και Καρυστιανού, μιντιακό και δημοσκοπικό σύστημα φιλοτεχνεί με προσοχή το νέο «ηγετικό προφίλ» του Τσίπρα.

Ενα εξαιρετικά γνώριμο, σχεδόν σκηνοθετημένο έργο, εκτυλίσσεται στους διαδρόμους της εγχώριας πολιτικής σκηνής και στα δημοσιογραφικά γραφεία, που δεν είναι άλλο από τη φιλοτέχνηση και την προβολή ενός ακόμη ηγετικού προφίλ, με πρωταγωνιστή αυτήν τη φορά τον Αλέξη Τσίπρα.

Η τακτική αυτή, βέβαια, κάθε άλλο παρά πρωτότυπη είναι για τα ελληνικά δεδομένα. Η ίδια ακριβώς επικοινωνιακή συνταγή εφαρμόστηκε διαδοχικά στον Νίκο Ανδρουλάκη, τη Ζωή Κωνσταντοπούλου αλλά και τη Μαρία Καρυστιανού, προσφέροντάς τους απλόχερα χρόνο, προβολή και πολιτικές προσδοκίες που συχνά ξεπερνούσαν την πραγματική δυναμική τους.

Σκέτες… φούσκες

Η περίπτωση της Μαρίας Καρυστιανού, μάλιστα, αποτελεί ίσως το πλέον αντιπροσωπευτικό και απόλυτα ξεκάθαρο παράδειγμα για το πώς κατασκευάζονται, φουσκώνουν και στη συνέχεια αποδομούνται τα νέα κομματικά εγχειρήματα στην Ελλάδα.

Πρόκειται για μηχανισμό στον οποίο τα νέα σχήματα διογκώνονται τεχνητά μέσα από τις τηλεοπτικές οθόνες και τις μετρήσεις κοινής γνώμης, μέχρι να διαπιστωθεί τελικά στην πράξη πως το περίφημο «μπαλόνι σκάει», όπως παρατηρούσε προσφάτως με καυστική ειλικρίνεια γνωστός δημοσκόπος σε χαλαρή συζήτηση με πολιτικό παράγοντα.

Αυτός ο κύκλος υπερπροβολής και απότομης προσγείωσης φαίνεται να αποτελεί τον σταθερό κανόνα ενός συστήματος που αναζητεί συνεχώς νέες αφηγήσεις για να συντηρήσει το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης. Στην παρούσα συγκυρία, πλείστοι έμπειροι πολιτικοί παρατηρητές, σημειώνουν με ιδιαίτερη έμφαση πως βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη ανάλογη επιχείρηση διακίνησης πληροφοριών. Στα δημοσιογραφικά πηγαδάκια κυκλοφορούν συστηματικά εκτιμήσεις που προαναγγέλλουν θεαματική δημοσκοπική άνοδο του Αλέξη Τσίπρα με την έλευση του φθινοπώρου.

Προκειμένου όμως το σενάριο να προετοιμαστεί καταλλήλως και να δικαιολογηθεί πειστικά στα μάτια των πολιτών, οι σχετικές επικοινωνιακές οδηγίες… επιβάλλουν συνεχή, αδιάλειπτη και έντονη δραστηριότητα ακόμη και στην καρδιά του καλοκαιριού.

Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο, ενώ ολόκληρη η χώρα κινείται στον χαλαρό ρυθμό των θερινών διακοπών, το κόμμα Τσίπρα βρίσκεται σε κατάσταση διαρκούς συναγερμού, με πληθώρα ανακοινώσεων και δελτίων Τύπου για κάθε ζήτημα, ενώ ο ίδιος ο πρώην πρωθυπουργός πραγματοποιεί σχεδιασμένες μιντιακές παρεμβάσεις. Στόχος είναι να διατηρηθεί το όνομά του στην πρώτη γραμμή της πολιτικής επικαιρότητας, δίνοντας την αίσθηση ενός κόμματος που… τρέχει.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο πρόεδρος της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης θα παρουσιάσει στις 2 Σεπτεμβρίου το οικονομικό πρόγραμμα του κόμματός του, ενώ η εξόρμηση της ΕΛΑΣ στη Θεσσαλονίκη θα κορυφωθεί στις 9 Σεπτεμβρίου με την προγραμματισμένη συνέντευξη Τύπου στο πλαίσιο της ΔΕΘ.

Το ουσιαστικό ερώτημα που πλανάται πλέον πάνω από το πολιτικό σκηνικό είναι αν αυτή η συστηματική καλλιέργεια προσδοκιών και η έντονη επικοινωνιακή υπερέκθεση θα καταφέρουν να δημιουργήσουν μια στέρεη κοινωνική βάση ή αν πρόκειται για ακόμη μία προσπάθεια κατασκευής πολιτικής δυναμικής μέσα στον προστατευμένο σωλήνα των δημοσκοπήσεων.

Συνεχής «εμφύλιος»

Την ίδια ώρα, ο κατακερματισμός και οι ανακατατάξεις στον ευρύτερο χώρο της Κεντροαριστεράς συνθέτουν ένα σκηνικό γεμάτο ένταση, αλλά με πενιχρά μέχρι στιγμής αποτελέσματα για τους άμεσα ενδιαφερόμενους.

Από τη μία πλευρά, το πολιτικό εγχείρημα του Αλέξη Τσίπρα εμφανίζεται ως ένας ευκαιριακός σχηματισμός που προσπαθεί να επανακάμψει επενδύοντας στη φθορά των υπολοίπων, ενώ το ΠΑΣΟΚ υπό τον Νίκο Ανδρουλάκη συχνά διολισθαίνει σε έναν παλαιοκομματικό λαϊκισμό τύπου «Γκρούεζα», υποσχόμενο τα πάντα στους πάντες.

Ανάμεσα στα δύο αυτά μέτωπα διεξάγεται ένας αμείλικτος παρασκηνιακός πόλεμος για το ποιος θα καταφέρει να προσεταιριστεί τα περισσότερα στελέχη και να καπηλευτεί την αυθεντική εκπροσώπηση της λεγόμενης προοδευτικής παράταξης. Ωστόσο, η τακτική των μεταγραφών και των επικοινωνιακών εντυπώσεων αποδεικνύεται ανεπαρκής.

Τα δημοσκοπικά δεδομένα προσγειώνουν απότομα τις φιλοδοξίες και των δύο πλευρών, καθώς ούτε το κόμμα Τσίπρα αποκτά τη δυναμική ενός ισχυρού κυβερνητικού εναλλακτικού πόλου ούτε το ΠΑΣΟΚ καταφέρνει να εισπράξει ουσιαστικά οφέλη. Αντί για πειστική πρόταση εξουσίας, παρακολουθούμε την ανακύκλωση προσώπων και συνθημάτων που απλώς συντηρεί την παρουσία τους στο πολιτικό προσκήνιο. Ταυτόχρονα, οι μικροκομματικοί τακτικισμοί αφήνουν τους ψηφοφόρους παγερά αδιάφορους, αποδεικνύοντας ότι η απλή πολιτική επιβίωση απέχει πολύ από την επίτευξη των πραγματικών στόχων τους.