Ο πρώην πρωθυπουργός επιτίθεται, μέσα από το φιλόξενο in.gr, στην κυβέρνηση για Δικαιοσύνη, διαφθορά, ακρίβεια και θεσμούς, αλλά αποφεύγει το δύσκολο κομμάτι: την αυτοκριτική για τα πεπραγμένα της δικής του διακυβέρνησης.
Εκεί όμως που το τερματίζει (σε λαϊκισμό και πολιτικό αμοραλισμό) είναι όταν μιλάει για την οικονομία. «Σήμερα το πρόβλημα δεν είναι η οικονομία της αγοράς, αλλά η στρέβλωσή της από μονοπώλια και ολιγοπώλια. Εδώ που έχουμε φτάσει […] αυτό το οποίο πρέπει πρωτίστως να πούμε είναι να λειτουργήσει ο καπιταλισμός με όρους κανονικότητας» τονίζει χαρακτηριστικά ο γνωστός αριστεριστής Τσίπρας.
Ο Αλέξης Τσίπρας της σκευωρίας Novartis επιχειρεί να επιστρέψει στο πολιτικό προσκήνιο με μια συνέντευξη γεμάτη βαριές καταγγελίες κατά της κυβέρνησης, της Δικαιοσύνης και της οικονομικής πολιτικής. Μιλά για «καθεστώς», για «ευνουχισμένη» Δικαιοσύνη, για «δίδυμα αδελφάκια» διαφθορά και ακρίβεια και δηλώνει ότι σήμερα ξέρει όχι μόνο τι θέλει, αλλά και πώς να το κάνει. Υπάρχει όμως ένα ερώτημα που μένει σχεδόν εκτός κάδρου: Τι ακριβώς έμαθε από τη δική του διακυβέρνηση και ποια από τα λάθη του 2015-2019 της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ αναγνωρίζει σήμερα;
Κανείς δεν αμφισβητεί στον Αλέξη Τσίπρα το δικαίωμα να ασκεί σκληρή αντιπολίτευση. Όμως όταν ένας πρώην πρωθυπουργός μιλά για θεσμούς, διαφθορά, ακρίβεια, κοινωνικές ανισότητες και αποτελεσματικότητα του κράτους, η συζήτηση δεν μπορεί να αρχίζει μετά το 2019. Οι ίδιες ακριβώς ερωτήσεις που θέτει σήμερα για τη σημερινή κυβέρνηση επιστρέφουν αναπόφευκτα στη δική του τετραετία: τι έκανε ο ίδιος όταν είχε την εξουσία, ποιες επιλογές του αποδείχθηκαν λανθασμένες, τι θα έκανε διαφορετικά σήμερα και, κυρίως, πόση από την εμπειρία που επικαλείται ως πλεονέκτημα είναι διατεθειμένος να μετατρέψει σε πραγματική αυτοκριτική. Γιατί η πολιτική επιστροφή μπορεί να στηρίζεται στην εμπειρία, δεν μπορεί όμως να στηρίζεται στη λήθη.
Ο Τσίπρας επιστρέφει. Αλλά η μνήμη δεν πρέπει να επιστρέψει… επιλεκτικά
Ο Αλέξης Τσίπρας δεν κάνει απλώς μια ακόμη πολιτική συνέντευξη. Στο πρώτο μέρος της συζήτησής του με το in επιχειρεί να ξανασυστήσει τον εαυτό του στο πολιτικό ακροατήριο: πιο ώριμο, πιο έμπειρο, λιγότερο δογματικό, αλλά ταυτόχρονα αποφασισμένο να συγκρουστεί με την κυβέρνηση και τα «ισχυρά συμφέροντα». (in.gr)
Και πράγματι, το μήνυμα είναι καθαρό. Η κυβέρνηση κατηγορείται για τη λειτουργία της Δικαιοσύνης, για τα Τέμπη, τις υποκλοπές και τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Η ακρίβεια αποδίδεται σε μεγάλο βαθμό στα ολιγοπώλια, στα καρτέλ και στην απουσία αποφασιστικής κρατικής παρέμβασης. Η ΔΕΗ πρέπει, σύμφωνα με τον ίδιο, να αποκτήσει διαφορετικό ρόλο. Η στεγαστική πολιτική πρέπει να αλλάξει. Οι μισθοί πρέπει να αυξηθούν και το κόστος ζωής να μειωθεί.
Όλα αυτά είναι θεμιτά πεδία πολιτικής αντιπαράθεσης.
Υπάρχει όμως ένα μικρό, αλλά καθοριστικό πρόβλημα: ο άνθρωπος που τα λέει σήμερα δεν είναι ένας πολιτικός που δεν έχει κυβερνήσει ποτέ. Είναι πρώην πρωθυπουργός. Και μάλιστα πρώην πρωθυπουργός που κυβέρνησε επί τέσσερα και πλέον χρόνια.
Άρα, μαζί με το «τι πρέπει να γίνει», υπάρχει και το «τι έγινε όταν κυβερνούσατε εσείς».
Και αυτό το δεύτερο ερώτημα απουσιάζει επικίνδυνα από την αφήγηση.
«Η Δικαιοσύνη είναι ευνουχισμένη» – αλλά η θεσμική μνήμη δεν ξεκινά το 2019
Ο Τσίπρας χαρακτηρίζει την ελληνική Δικαιοσύνη ουσιαστικά «ευνουχισμένη» και συνδέει την επιλογή της ηγεσίας της με την κυβέρνηση.
Εδώ χρειάζεται μια πολύ συγκεκριμένη διάκριση.
Η σχέση εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας και ο τρόπος επιλογής της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων αποτελούν διαχρονικό θεσμικό ζήτημα. Δεν δημιουργήθηκαν το 2019 και δεν αποτελούν αποκλειστικό δημιούργημα της σημερινής κυβέρνησης. Μάλιστα, η ίδια η συζήτηση για το αν και πώς πρέπει να αλλάξει το μοντέλο επιλογής της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων ήταν παρούσα εδώ και δεκαετίες. (Βουλή των Ελλήνων)
Επομένως, αν ο Αλέξης Τσίπρας θεωρεί σήμερα ότι το μοντέλο παράγει εξάρτηση της Δικαιοσύνης από την εκτελεστική εξουσία, η πολιτικά συνεπής θέση δεν είναι απλώς να καταγγέλλει τη σημερινή κυβέρνηση.
Είναι να εξηγήσει γιατί δεν άλλαξε το μοντέλο όταν είχε την κυβερνητική εξουσία.
Αυτό είναι το πραγματικό ερώτημα.
Γιατί η θεσμική ανεξαρτησία δεν μπορεί να είναι αρχή α λα καρτ. Δεν μπορεί να αποτελεί πρόβλημα όταν κυβερνά η Νέα Δημοκρατία και απλώς ένα ακόμη στοιχείο του συστήματος όταν κυβερνά ο ΣΥΡΙΖΑ.
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ως «σωσίβιο» – και η βολική πολιτική ανάγνωση
Ο πρώην πρωθυπουργός λέει ότι η Ελλάδα έχει γίνει «ο καλύτερος πελάτης της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας», αναφέροντας υποκλοπές, Τέμπη και ΟΠΕΚΕΠΕ. (in.gr)
Η πολιτική αιχμή είναι σαφής.
Όμως άλλο η ύπαρξη ευρωπαϊκών ερευνών και άλλο η πολιτική ερμηνεία ότι αυτές αποτελούν απόδειξη συνολικής θεσμικής κατάρρευσης της χώρας.
Και κυρίως: ο Τσίπρας παρουσιάζει σήμερα τους ευρωπαϊκούς θεσμούς ως αναγκαίο αντίβαρο στην ελληνική κυβέρνηση, χωρίς να κάνει ουσιαστικό απολογισμό της δικής του σχέσης με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς όταν ήταν πρωθυπουργός.
Ο Τσίπρας του 2026 θέλει να εμφανίζεται ως ο πολιτικός που ξέρει να αξιοποιεί την Ευρώπη.
Ο Τσίπρας του 2015 είναι όμως κομμάτι της ίδιας πολιτικής διαδρομής.
Και η πολιτική ωρίμανση είναι απολύτως θεμιτή. Αρκεί να συνοδεύεται από αυτοκριτική και όχι από πολιτική αμνησία.
Τέμπη: η «συγκάλυψη» και το δύσκολο προηγούμενο στο Μάτι
Εδώ βρίσκεται ένα από τα πιο ευαίσθητα σημεία.
Ο Τσίπρας μιλά για «συγκάλυψη» στα Τέμπη και χρησιμοποιεί την υπόθεση ως βασικό επιχείρημα για τη λειτουργία των θεσμών.
Η τραγωδία των Τεμπών πρέπει ασφαλώς να ερευνηθεί σε βάθος και οι ευθύνες να αποδοθούν όπου υπάρχουν.
Αλλά όταν ένας πρώην πρωθυπουργός μιλά για κυβερνητική διαχείριση μιας εθνικής τραγωδίας, η πολιτική μνήμη οδηγεί αναπόφευκτα στο Μάτι.
Το 2018 ο Αλέξης Τσίπρας ήταν πρωθυπουργός όταν η χώρα αντιμετώπισε μία από τις μεγαλύτερες εθνικές τραγωδίες της σύγχρονης ιστορίας της. Ο ίδιος επισκέφθηκε το Μάτι και συζήτησε με κατοίκους για την αποκατάσταση των συνεπειών της καταστροφής. (Ελληνική Κυβέρνηση)
Δεν είναι το ίδιο γεγονός, ούτε οι συνθήκες είναι ταυτόσημες.
Αλλά το πολιτικό ερώτημα είναι απολύτως θεμιτό:
Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στη «συγκάλυψη» που καταγγέλλει σήμερα και στη δική του πολιτική διαχείριση του Μάτι;
Εάν ο Τσίπρας έχει επανεξετάσει εκείνη την περίοδο, οφείλει να το πει. Εάν θεωρεί ότι η τότε κυβέρνηση έκανε όλα όσα έπρεπε, οφείλει επίσης να το υπερασπιστεί.
Η σιωπή δεν είναι αυτοκριτική.
«Μίζες και απευθείας αναθέσεις»: εδώ η λέξη θέλει προσοχή
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η αναφορά του στις απευθείας αναθέσεις.
Ο Τσίπρας υποστηρίζει ότι κάθε ευρώ που πηγαίνει σε «μίζες ή απευθείας αναθέσεις» είναι ευρώ που λείπει από το σχολείο, το νοσοκομείο και τις δημόσιες υποδομές.
Η πολιτική εικόνα είναι δυνατή. Αλλά η νομική και διοικητική πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη.
Απευθείας ανάθεση δεν σημαίνει αυτομάτως διαφθορά. Είναι νόμιμη διαδικασία υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις και όρια. Διαφθορά υπάρχει όταν υπάρχουν παράνομες πράξεις, σύγκρουση συμφερόντων, χειραγώγηση διαδικασιών ή άλλες παραβάσεις.
Και εδώ υπάρχει ένα ακόμη πρόβλημα για τον πρώην πρωθυπουργό: οι απευθείας αναθέσεις δεν εμφανίστηκαν το 2019.
Άρα η κριτική πρέπει να είναι καθολική.
Αν η απευθείας ανάθεση είναι από μόνη της τεκμήριο διαφθοράς, τότε το ερώτημα αφορά όλες τις κυβερνήσεις.
Αν δεν είναι, τότε ο Τσίπρας πρέπει να μιλά για συγκεκριμένες υποθέσεις και συγκεκριμένες παραβάσεις και όχι να μετατρέπει μια νόμιμη διοικητική διαδικασία σε συνώνυμο της διαφθοράς.
Η ΔΕΗ: από τις σημερινές υποσχέσεις στις χθεσινές αποφάσεις
Ο Τσίπρας θέλει σήμερα μια ΔΕΗ που θα λειτουργεί «προς όφελος της κοινωνίας» και θα συμβάλλει στη μείωση του ενεργειακού κόστους.
Μόνο που η ΔΕΗ αποτελεί ίσως ένα από τα καλύτερα παραδείγματα για το πόσο διαφορετική ήταν η πολιτική πραγματικότητα όταν κυβερνούσε ο ίδιος.
Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ θεσμοθέτησε το 2016 τις δημοπρασίες ΝΟΜΕ, στο πλαίσιο της συμφωνίας με τους θεσμούς για τη μείωση του μεριδίου της ΔΕΗ στην αγορά. Ο σχεδιασμός προέβλεπε τη σταδιακή υποχώρηση του μεριδίου της επιχείρησης κάτω από το 50%. (Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας)
Αυτό δεν σημαίνει ότι η τότε πολιτική ήταν κατ’ ανάγκη «λάθος» ή ότι η σημερινή πολιτική είναι κατ’ ανάγκη «σωστή».
Σημαίνει κάτι πολύ απλούστερο:
Ο σημερινός Τσίπρας οφείλει να εξηγήσει πώς από τη λογική της τότε απελευθέρωσης της αγοράς και των ΝΟΜΕ φτάσαμε σήμερα στην πρόταση μιας ΔΕΗ που θα χρησιμοποιείται ως εργαλείο κοινωνικής πολιτικής.
Αυτό θα ήταν πραγματική πολιτική ωριμότητα.
Ακρίβεια, μισθοί και το «ξέρω πλέον πώς να το κάνω»
Ο Τσίπρας λέει ότι η ακρίβεια είναι αποτέλεσμα όχι μόνο διεθνών παραγόντων αλλά και ολιγοπωλίων, καρτέλ και κυβερνητικής αδράνειας.
Προτείνει αυξήσεις μισθών, μείωση του κόστους ζωής και παρεμβάσεις σε ενέργεια, τρόφιμα και στέγη.
Η κοινωνική αγωνία είναι πραγματική. Το ερώτημα όμως είναι ιστορικό.
Η περίοδος 2015-2019 δεν ήταν περίοδος οικονομικής ευμάρειας. Η Ελλάδα εξακολουθούσε να βρίσκεται σε μια βαθιά κρίση, ενώ οι δείκτες για μισθούς, παραγωγικότητα και κόστος εργασίας αποτυπώνουν μια οικονομία που μόλις προσπαθούσε να επανέλθει σε κανονικότητα. (ΕΛΣΤΑΤ)
Ο ίδιος ο Τσίπρας δίνει, άθελά του, το κλειδί για την κριτική.
Λέει:
«Το ’15 ήξερα τι θέλω να κάνω… αλλά δεν ήξερα πώς ακριβώς μπορεί αυτό να γίνει».
Και συνεχίζει ότι σήμερα ξέρει και το «πώς».
Ωραία.
Αλλά τότε το επόμενο ερώτημα είναι υποχρεωτικό:
Ποια από τα λάθη της περιόδου 2015-2019 αναγνωρίζει;
Γιατί δεν μπορεί η κυβερνητική εμπειρία να χρησιμοποιείται ως προσόν επιστροφής, χωρίς να χρησιμοποιείται ταυτόχρονα ως βάση αυτοκριτικής.
Το πραγματικό στοίχημα της επιστροφής Τσίπρα
Ο Αλέξης Τσίπρας επιχειρεί να παρουσιάσει έναν νέο πολιτικό εαυτό: πιο έμπειρο, πιο ευρωπαϊκό, περισσότερο προσανατολισμένο στο εφικτό και λιγότερο εγκλωβισμένο στις μεγάλες υποσχέσεις.
Είναι μια απολύτως θεμιτή πολιτική στρατηγική.
Αλλά υπάρχει μια λεπτομέρεια που δεν μπορεί να παρακαμφθεί.
Ο Τσίπρας δεν είναι πολιτικός χωρίς παρελθόν. Είναι πολιτικός με κυβερνητικό παρελθόν.
Και μάλιστα με ένα παρελθόν που περιλαμβάνει το δημοψήφισμα του 2015, τη σκληρή διαπραγμάτευση με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, τα capital controls, τη συμφωνία του τρίτου μνημονίου, την έξοδο από το πρόγραμμα, την πολιτική διαχείριση του Μάτι και μια σειρά επιλογών στην οικονομία και στην ενέργεια.
Δεν μπορεί να ζητά από την κυβέρνηση να λογοδοτεί για τα πάντα και ταυτόχρονα να εμφανίζεται ο ίδιος ως πολιτικός που ξεκινά από λευκή σελίδα.
Η πολιτική ωριμότητα δεν αποδεικνύεται μόνο με το να λες «τώρα ξέρω πώς».
Αποδεικνύεται κυρίως με το να μπορείς να πεις:
«Εκεί έκανα λάθος. Εκεί απέτυχα. Εκεί θα έκανα σήμερα κάτι διαφορετικό».
«Τι έμαθες από τη δική σου διακυβέρνηση;»
Η επιστροφή στην πολιτική δεν είναι απαγορευμένη σε κανέναν. Ούτε στον Αλέξη Τσίπρα.
Αλλά η επιστροφή έχει έναν κανόνα: δεν μπορείς να ζητάς από τους άλλους να θυμούνται τα πάντα και από τον εαυτό σου να θυμούνται μόνο τα σωστά.
Ο Τσίπρας του 2026 έχει κάθε δικαίωμα να μιλά για Δικαιοσύνη, ακρίβεια, διαφθορά, στέγη, ενέργεια και μισθούς. Έχει δικαίωμα να ασκεί την πιο σκληρή κριτική στην κυβέρνηση.
Έχει όμως και μια πρόσθετη υποχρέωση.
Να κοιτάξει πίσω.
Να μην παρουσιάσει την εμπειρία της διακυβέρνησης μόνο ως «πλεονέκτημα», αλλά και ως ευθύνη.
Γιατί ο πολίτης δεν θα κληθεί να ψηφίσει έναν θεωρητικό Τσίπρα. Θα κληθεί, εάν και όταν έρθει η ώρα, να κρίνει έναν πολιτικό που έχει ήδη κυβερνήσει.
Εκεί θα κριθεί εάν η επιστροφή είναι πραγματικά νέα πολιτική σελίδα ή απλώς μια νέα έκδοση της παλιάς.