Η συμφωνία της G7 για αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων εκτόνωσε προσωρινά την ένταση για το ντίζελ, χωρίς να εξαλείφει τους ενεργειακούς κινδύνους για την Ευρώπη.
Η αντιπαράθεση ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Ευρώπη γύρω από τον εφοδιασμό με ντίζελ φαίνεται να εισέρχεται σε περίοδο αποκλιμάκωσης, μετά τη συμφωνία για διάθεση έως και 100 εκατομμυρίων βαρελιών ντίζελ και αργού πετρελαίου μέσα σε τέσσερις μήνες. Σημαντικές ποσότητες αναμένεται να διοχετευθούν στην αγορά ήδη μέσα στο πρώτο εικοσαήμερο, αν και η επίδραση στις τιμές που πληρώνουν οι καταναλωτές δεν αναμένεται να είναι άμεση.
Η εξέλιξη αποτρέπει προς το παρόν μια σοβαρότερη κρίση εφοδιασμού, αφήνει όμως ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων εντάσεων, καθώς η Ευρώπη παραμένει σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από τις εισαγωγές αμερικανικού ντίζελ και η γεωπολιτική αβεβαιότητα στη Μέση Ανατολή και την Ουκρανία συνεχίζεται.
Η πίεση της Ουάσινγκτον και η συμφωνία της G7
Η ευρωπαϊκή πλευρά οδηγήθηκε στην αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων υπό την πίεση της Ουάσινγκτον, καθώς ο Ντόναλντ Τραμπ είχε αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο διακοπής των αμερικανικών εξαγωγών ντίζελ προς την Ευρώπη εάν δεν διοχετευόταν στην αγορά σημαντικό μέρος των ευρωπαϊκών αποθεμάτων.
Η G7 συμφώνησε τελικά στην απελευθέρωση έως 100 εκατ. βαρελιών ντίζελ και αργού πετρελαίου σε βάθος τετραμήνου. Η απόφαση έχει στόχο να αυξήσει την προσφορά και να περιορίσει τις πιέσεις στις τιμές, οι οποίες έχουν ενισχυθεί σημαντικά μετά την κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή.
Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν χαιρέτισε τη συμφωνία, σημειώνοντας ότι «οι πολίτες μας δικαιούνται προσιτή ενέργεια».
Από την πλευρά του, ο επικεφαλής του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, Φατίχ Μπιρόλ, ανέφερε ότι η απόφαση αποτελεί ένα πρώτο βήμα για την αποκλιμάκωση των τιμών. «Κάναμε σήμερα ένα βήμα όσον αφορά το ντίζελ. Πραγματοποιήσαμε συνάντηση με παγκόσμιους ηγέτες και ανακοινώσαμε ότι θα αρχίσουμε να διαθέτουμε ξανά 100 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου», δήλωσε, προσθέτοντας ότι οι τιμές έχουν αρχίσει να υποχωρούν.
Ο ρόλος Μακρόν και το πολιτικό όφελος για τον Τραμπ
Καθοριστική για τη συμφωνία θεωρείται η επικοινωνία του Εμανουέλ Μακρόν με τον Ντόναλντ Τραμπ, καθώς η Γαλλία ασκεί την προεδρία της G7. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η ευρωπαϊκή αποδέσμευση αποθεμάτων συνοδεύτηκε από αμερικανική διαβεβαίωση ότι δεν θα παγώσουν οι εξαγωγές ντίζελ.
Η εξέλιξη μπορεί να έχει και εσωτερική πολιτική αξία για τον Αμερικανό πρόεδρο ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών της 3ης Νοεμβρίου, καθώς το κόστος των καυσίμων έχει εξελιχθεί σε σημαντικό ζήτημα για τους ψηφοφόρους σε αρκετές πολιτείες.
Για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, η συμφωνία απέτρεψε μια νέα αντιπαράθεση με την Ουάσινγκτον και κυρίως τον κίνδυνο διαταραχής του εφοδιασμού, σε μια περίοδο κατά την οποία οι εναλλακτικές πηγές ντίζελ είναι περιορισμένες.
Γιατί το ντίζελ είναι κρίσιμο για την οικονομία
Το ντίζελ αποτελεί βασικό καύσιμο για τις εμπορευματικές μεταφορές και τη βιομηχανική δραστηριότητα, τροφοδοτώντας φορτηγά, γεωργικά μηχανήματα, εμπορικές αμαξοστοιχίες και μεγάλο μέρος του επαγγελματικού στόλου. Οι διακυμάνσεις της τιμής του μεταφέρονται συνεπώς στο κόστος μεταφοράς και, τελικά, στις τιμές των προϊόντων.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν τον μεγαλύτερο εξαγωγέα ντίζελ παγκοσμίως, γεγονός που τους δίνει σημαντική επιρροή στην αγορά. Μια διακοπή των αμερικανικών εξαγωγών θα είχε ιδιαίτερα σοβαρές συνέπειες για την Ευρώπη, η οποία είναι καθαρός εισαγωγέας του καυσίμου.
Ο Ρίτσαρντ Μπρονζ, συνιδρυτής της Energy Aspects, εκτίμησε ότι μια αμερικανική απαγόρευση θα οδηγούσε τις υπόλοιπες χώρες σε «αγώνα και διαμάχη για το τι απομένει», καθώς οι διαθέσιμες ποσότητες στη διεθνή αγορά είναι ήδη περιορισμένες.
Οι τιμές αναφοράς του ντίζελ στην Ευρώπη έχουν υπερδιπλασιαστεί από την έναρξη του πολέμου ΗΠΑ-Ιράν στα τέλη Φεβρουαρίου, σύμφωνα με στοιχεία του Intercontinental Exchange. Στις ΗΠΑ, η τιμή ξεπέρασε τον προηγούμενο μήνα τα 6 δολάρια ανά γαλόνι για πρώτη φορά.
Μέση Ανατολή, Ρωσία και Κίνα αυξάνουν την πίεση
Η ενεργειακή εξίσωση γίνεται δυσκολότερη λόγω του πολέμου ΗΠΑ-Ιράν, ο οποίος, σύμφωνα με το δημοσίευμα, διανύει τον όγδοο μήνα του και έχει διαταράξει τις ροές αργού πετρελαίου και διυλισμένων προϊόντων από τη Μέση Ανατολή.
Η Ευρώπη δεν αντιμετωπίζει μέχρι στιγμής άμεσες ελλείψεις, ωστόσο τα παγκόσμια διαθέσιμα αποθέματα παραμένουν περιορισμένα. Την πίεση ενισχύει και η απαγόρευση εξαγωγών ντίζελ από τη Ρωσία, την οποία η Μόσχα έχει παρατείνει έως το τέλος Οκτωβρίου έπειτα από ουκρανικές επιθέσεις με drones σε ρωσικά διυλιστήρια.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον Μπρονζ, υπάρχουν ενδείξεις ότι και η Κίνα ενδέχεται να αυστηροποιήσει τους περιορισμούς στις εξαγωγές πετρελαϊκών προϊόντων.
Η παράλληλη πίεση από Μέση Ανατολή, Ρωσία και ενδεχομένως Κίνα περιορίζει τις διαθέσιμες εναλλακτικές για την ευρωπαϊκή αγορά και εξηγεί γιατί μια πιθανή διακοπή αμερικανικών εξαγωγών αντιμετωπίστηκε ως σοβαρός κίνδυνος για την ενεργειακή επάρκεια.
Το όριο των στρατηγικών αποθεμάτων
Τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης οφείλουν να διατηρούν πετρελαϊκά αποθέματα που αντιστοιχούν σε 90 ημέρες καθαρών εισαγωγών. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ωστόσο, δεν καθορίζει την ακριβή κατανομή τους μεταξύ αργού πετρελαίου, ντίζελ, καυσίμων αεροσκαφών και κηροζίνης.
Η χρήση αυτών των ποσοτήτων μπορεί να προσφέρει προσωρινή ανακούφιση, δεν αποτελεί όμως μόνιμη λύση εφόσον οι διαταραχές στον εφοδιασμό συνεχιστούν.
Ο Ματ Στάνλεϊ, επικεφαλής του τμήματος αλληλεπίδρασης με την αγορά στην Kpler, προειδοποίησε ότι «εάν η υποκείμενη διαταραχή συνεχιστεί, δεν μπορείς να συνεχίσεις να αντλείς από τα αποθέματα επ' αόριστον χωρίς τελικά να δημιουργήσεις ένα πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα εφοδιασμού».
Η Ευρώπη βρίσκεται έτσι αντιμέτωπη με ένα δύσκολο δίλημμα. Η σημερινή αποδέσμευση μπορεί να συγκρατήσει τις τιμές και να καλύψει βραχυπρόθεσμες ανάγκες, μειώνει όμως τα διαθέσιμα αποθέματα που θα απαιτηθούν σε περίπτωση παρατεταμένης κρίσης.
Η προηγούμενη αποδέσμευση των 400 εκατ. βαρελιών
Δεν είναι η πρώτη φορά φέτος που χρησιμοποιούνται μεγάλης κλίμακας αποθέματα έκτακτης ανάγκης. Τον Μάρτιο, τα κράτη-μέλη του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας είχαν συμφωνήσει στην απελευθέρωση 400 εκατομμυρίων βαρελιών πετρελαίου, τη μεγαλύτερη τέτοια κίνηση στην ιστορία του οργανισμού, ως απάντηση στον πόλεμο ΗΠΑ-Ιράν.
Η αμερικανική πλευρά είχε υποστηρίξει τότε ότι η Ευρώπη δεν εκπλήρωσε πλήρως τη δική της δέσμευση στη συμφωνία, στοιχείο που επανήλθε στη σημερινή διαπραγμάτευση.
Η νέα απόφαση της G7 προσφέρει συνεπώς μια βραχυπρόθεσμη ανάσα στην αγορά. Η διάρκειά της θα εξαρτηθεί κυρίως από την εξέλιξη των συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή και την Ουκρανία, τη διαθεσιμότητα εναλλακτικών προμηθευτών και το κατά πόσο η Ευρώπη θα μπορέσει να περιορίσει την εξάρτησή της από τα στρατηγικά της αποθέματα.