Η συμφωνία Τραμπ-Πούτιν για το ντίζελ φέρνει νέες ποσότητες ρωσικού καυσίμου στην αμερικανική και τη διεθνή αγορά, όμως οι ειδικοί εμφανίζονται επιφυλακτικοί για το όφελος στην αντλία.
Ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε εχθές Παρασκευή (9/10) ότι η Ρωσία θα διαθέσει άμεσα περισσότερους από 300.000 τόνους ντίζελ, ενώ θα ακολουθήσουν επιπλέον παραδόσεις τους επόμενους μήνες.
Σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα που παρουσίασε ο Αμερικανός πρόεδρος, τον Νοέμβριο προβλέπεται η διάθεση ακόμη 500.000 τόνων και στη συνέχεια 1 εκατομμυρίου τόνων. Πρόσθετη ποσότητα 3 εκατομμυρίων τόνων συνδέεται με τη δυνατότητα των ρωσικών διυλιστηρίων να ανταποκριθούν στις παραδόσεις.
Παράλληλα, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών ανακοίνωσε ότι η OFAC, η αρμόδια υπηρεσία για την εφαρμογή των διεθνών κυρώσεων, θα προχωρήσει στην έκδοση προσωρινής γενικής άδειας, ώστε να επιτραπεί η διοχέτευση ρωσικού ντίζελ στην παγκόσμια αγορά.
Η εξαγγελία, ωστόσο, δεν αρκεί για να εξασφαλίσει αισθητή μείωση στις τιμές των καυσίμων. Ειδικοί στην ενεργειακή πολιτική εκτιμούν ότι το αποτέλεσμα για τους καταναλωτές θα είναι περιορισμένο, καθώς οι πιέσεις στην αγορά ξεπερνούν τις ποσότητες που προβλέπει η συμφωνία.
Πρόκειται για ουσιαστική αλλαγή στην ενεργειακή πολιτική των ΗΠΑ, οι οποίες είχαν απαγορεύσει τις εισαγωγές ρωσικού πετρελαίου μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία. Η Ουάσιγκτον στρέφεται τώρα στη Μόσχα, ενώ η αμερικανική οικονομία αντιμετωπίζει τις συνέπειες της ανόδου των διεθνών τιμών του πετρελαίου, στον απόηχο του οκτάμηνου πολέμου ΗΠΑ-Ιράν.
Οι ανατιμήσεις στο ντίζελ έχουν οδηγήσει σε νέα ρεκόρ τις τελευταίες εβδομάδες. Η επιβάρυνση δεν περιορίζεται στους οδηγούς, αλλά περνά στο κόστος παραγωγής και μεταφοράς, ενισχύοντας τις πληθωριστικές πιέσεις σε πολλά καταναλωτικά αγαθά.
Με βάση τα στοιχεία της αυτοκινητιστικής λέσχης AAA, η μέση τιμή του ντίζελ στις ΗΠΑ έφτασε στις 22 Σεπτεμβρίου στο ιστορικό υψηλό των 6,53 δολαρίων ανά γαλόνι. Την Παρασκευή διαμορφωνόταν κοντά στα 6,28 δολάρια, όταν την αντίστοιχη περίοδο πέρυσι ήταν περίπου 3,68 δολάρια ανά γαλόνι. Αντίστοιχες πιέσεις, με τιμές σε επίπεδα ρεκόρ, καταγράφονται και στην Ευρώπη.
Το ακριβότερο καύσιμο αυξάνει τις δαπάνες για τη μεταφορά και τη διανομή προϊόντων. Επιχειρήσεις έχουν ήδη αρχίσει να μεταφέρουν μέρος αυτού του κόστους στους πελάτες τους, επιβάλλοντας πρόσθετες χρεώσεις σε ηλεκτρονικές παραγγελίες και αποστολές δεμάτων.
Ιδιαίτερα εκτεθειμένος είναι ο κλάδος των τροφίμων. Το κρέας και τα φρέσκα προϊόντα χρειάζονται συχνές μεταφορές, ενώ η αγροτική παραγωγή βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε μηχανήματα που λειτουργούν με ντίζελ. Έτσι, η άνοδος στην αντλία επιβαρύνει διαδοχικά την παραγωγή, τη διανομή και τελικά το καλάθι του καταναλωτή.
Η ακρίβεια αυξάνει ταυτόχρονα την πολιτική πίεση στον Τραμπ και στους Ρεπουμπλικανούς, λίγες εβδομάδες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου. Η συμφωνία με τον Πούτιν παρουσιάζεται ως παρέμβαση για την ανακούφιση της αγοράς, όμως οι εκτιμήσεις των αναλυτών περιορίζουν τις προσδοκίες.
Μικρή υποχώρηση τοπικά - Χωρίς ουσιαστική αλλαγή στις διεθνείς τιμές
Το βασικό ερώτημα είναι εάν οι ρωσικές προμήθειες ντίζελ θα αυξήσουν πραγματικά το διαθέσιμο καύσιμο ή εάν απλώς θα αλλάξουν τους προορισμούς των φορτίων που ήδη πωλούνται.
«Είναι σαν να αλλάζεις τις ξαπλώστρες στο κατάστρωμα του Τιτανικού», δήλωσε ο Μάικλ Λιντς, διακεκριμένο μέλος του Energy Policy Research Foundation, ενός μη κομματικού ερευνητικού ιδρύματος με αντικείμενο την ενέργεια και την οικονομία.
«Αν πάρουμε ντίζελ από τη Ρωσία, ουσιαστικά σημαίνει ότι οι υπάρχοντες πελάτες της δεν θα το πάρουν και θα πρέπει να στραφούν αλλού, και αυτό θα κρατήσει την τιμή βασικά εκεί που είναι τώρα», είπε ο Λιντς.
Ο Λευκός Οίκος προσβλέπει σε ελάφρυνση του κόστους για τους οδηγούς φορτηγών, τους κτηνοτρόφους και τους αγρότες. Όμως, σύμφωνα με αυτή την εκτίμηση, η μεταφορά των ρωσικών φορτίων προς τις ΗΠΑ δεν συνεπάγεται αυτόματα γενικευμένη αποκλιμάκωση.
«Το καλύτερο που θα μπορούσε κανείς να ελπίζει είναι μια μικρή πτώση των τιμών τοπικά, σε περιοχές όπως η Νέα Υόρκη-Νιου Τζέρσεϊ, ίσως η Φιλαδέλφεια», είπε ο Λιντς. «Απλώς σημαίνει ότι το πετρέλαιο θα αναδιανεμηθεί και δεν θα αλλάξει πραγματικά την τιμή παγκοσμίως ή σε όλες τις ΗΠΑ».
Μια διαφορετική παράμετρο θέτει ο Ντάνιελ Στέρνοφ, ανώτερο μέλος του Columbia Center on Global Energy Policy. Η Ρωσία είχε απαγορεύσει τις εξαγωγές ντίζελ τον Ιούλιο, καθώς οι ουκρανικές επιθέσεις με drones στα διυλιστήριά της επηρέασαν τη δυνατότητά της να καλύψει τη ζήτηση.
Εάν η Μόσχα θεωρεί πλέον ότι μπορεί να επαναφέρει τις εξαγωγές, η εξέλιξη θα μπορούσε να συμβάλει στη σταθεροποίηση των παγκόσμιων τιμών του ντίζελ, σύμφωνα με τον ίδιο.
Η προοπτική αυτή, όμως, δεν αναιρεί τις ελλείψεις που προκαλεί ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή. Μεγάλο μέρος της διυλιστικής δυναμικότητας της περιοχής παραμένει εκτός της διεθνούς αγοράς, εξαιτίας των διαταραχών στα Στενά του Ορμούζ.
«Τα διυλισμένα προϊόντα, όπως το ντίζελ, βρίσκονται ακόμη μόλις στο μισό των προπολεμικών επιπέδων», είπε ο Στέρνοφ. «Έτσι, ακόμη και αν υπάρξει κάποια υλοποίηση από τους Ρώσους ώστε να διοχετευθεί λίγο επιπλέον ντίζελ στις παγκόσμιες αγορές, μπορεί να μετριάσει κάπως τις τιμές, αλλά δεν θα τις μειώσει ουσιαστικά».
Για τον Κλέιτον Σάιγκλ, ενεργειακό στρατηγικό αναλυτή και εμπειρογνώμονα στο Center for Strategic and International Studies, το πιο σαφές οικονομικό όφελος της συμφωνίας αφορά τη Ρωσία, ενώ η επίδραση στις τιμές για τους Αμερικανούς καταναλωτές αναμένεται μικρή.
Όπως εξηγεί, η χώρα επιδιώκει να διαθέσει τα αποθέματα θερινού ντίζελ καθώς προετοιμάζεται για τη μετάβαση στα χειμερινά και αρκτικά είδη καυσίμου που θα χρειαστεί τους επόμενους μήνες. Οι εξαγωγές δίνουν στη Μόσχα τη δυνατότητα να πουλήσει αυτά τα αποθέματα και να ενισχύσει τα έσοδά της.
«Δεν νομίζω ότι θα είναι αρκετό για να μειώσει ουσιαστικά τις τιμές στις Ηνωμένες Πολιτείες ή την Ευρώπη, αλλά σίγουρα επιτρέπει στη Μόσχα να ξεφύγει από την πίεση στα έσοδά της», είπε.