Η πρόσφατη τοποθέτηση του Αλέξη Τσίπρα «περί δίκαιης φορολόγησης και ελαφρύνσεων για τους πολλούς» αποτελεί μια ακόμη προσπάθεια… να ξαναγραφτεί η σύγχρονη οικονομική ιστορία της χώρας.

Γιατί όταν υπόσχεται λύσεις και φοροελαφρύνσεις, ξεχνά βολικά το βαρύ φορολογικό αποτύπωμα που άφησε πίσω της η δική του διακυβέρνηση. Εξάλλου, η πορεία του επί ηγεσίας Τσίπρα ΣΥΡΙΖΑ από το περίφημο Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης το 2014 μέχρι την έξοδο από την εξουσία το 2019, είναι γεμάτη «λεφτόδεντρα» ανεύθυνων υποσχέσεων και αδίστακτη υπερφορολόγηση της μεσαίας τάξης.

Ολα ξεκίνησαν τον Σεπτέμβριο του 2014, όταν από το βήμα της Διεθνούς Εκθεσης Θεσσαλονίκης ο Αλέξης Τσίπρας παρουσίασε ένα πρόγραμμα γεμάτο μαξιμαλιστικές εξαγγελίες χωρίς κανένα απολύτως δημοσιονομικό αντίκρισμα.

Υποσχέθηκε άμεση κατάργηση του ΕΝΦΙΑ, επαναφορά της 13ης σύνταξης, αύξηση του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ, δωρεάν ρεύμα και επιδότηση ενοικίου για χιλιάδες νοικοκυριά, καθώς και την ανάκτηση του ελέγχου στρατηγικών επιχειρήσεων.

Το αφήγημα αυτό σκόρπισε πρόσκαιρο ενθουσιασμό σε μια κοινωνία εξαντλημένη από τα πρώτα μνημόνια, όμως οι σοβαροί οικονομικοί αναλυτές και οι παραγωγικοί φορείς προειδοποιούσαν για επερχόμενη καταιγίδα παροχών χωρίς οικονομικό υπόβαθρο.

Η σύγκρουση με την πραγματικότητα δεν άργησε να έρθει. Η ανάληψη της εξουσίας το 2015 και η ανεύθυνη διαπραγμάτευση του πρώτου εξαμήνου οδήγησαν τη χώρα στο χείλος της οικονομικής καταστροφής, στην επιβολή των capital controls και τελικά στην υπογραφή του τρίτου και σκληρότερου μνημονίου.

Οι περίφημες «αυταπάτες» του Αλέξη Τσίπρα στοίχισαν στην ελληνική οικονομία δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ, σύμφωνα με τους επίσημους υπολογισμούς. Αντί για την κατάργηση των μνημονίων «με έναν νόμο και σε ένα άρθρο», η κοινωνία βρέθηκε αντιμέτωπη με μια πρωτοφανή επιδρομή στα εισοδήματά της, καθώς τα «λεφτόδεντρα» αντικαταστάθηκαν από δεκάδες νέους φόρους και αυξήσεις συντελεστών.

Αφαίμαξη δίχως τέλος

Ο κατάλογος των φορολογικών μέτρων της περιόδου 2015-2019 είναι μακρύς και αποκαλυπτικός για τις προτεραιότητες της τότε κυβέρνησης: ο κανονικός συντελεστής ΦΠΑ αυξήθηκε από το 23% στο 24%, ενώ βασικά αγαθά, τρόφιμα ευρείας κατανάλωσης, η εστίαση και οι μεταφορές μετατάχθηκαν στον υψηλό συντελεστή.

Παράλληλα, καταργήθηκαν σταδιακά οι μειωμένοι συντελεστές ΦΠΑ στα νησιά του Αιγαίου, πλήττοντας καίρια τη νησιωτική οικονομία. Ο ΕΝΦΙΑ, τον οποίο ο κ. Τσίπρας υποσχόταν να καταργήσει, όχι μόνο διατηρήθηκε, αλλά αυξήθηκε για χιλιάδες ιδιοκτήτες μέσης περιουσίας μέσω της αλλαγής των συντελεστών και της μείωσης του αφορολόγητου ορίου στον συμπληρωματικό φόρο.

Η μεσαία τάξη και οι ελεύθεροι επαγγελματίες δέχθηκαν το ισχυρότερο πλήγμα. Οι συντελεστές της φορολογικής κλίμακας αυξήθηκαν, με τον ανώτατο συντελεστή να φτάνει το 45%.

Αυξήθηκαν δραματικά οι συντελεστές της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης, ενώ μειώθηκε η έκπτωση φόρου που προστάτευε το αφορολόγητο όριο των μισθωτών και των συνταξιούχων. Καταργήθηκε η αυτοτελής φορολόγηση για τους ελεύθερους επαγγελματίες, οι οποίοι είδαν τα εισοδήματά τους να φορολογούνται με τις εξοντωτικές κλίμακες της φυσικής φορολογίας, ενώ η προκαταβολή φόρου για τις επιχειρήσεις και τους επαγγελματίες εκτοξεύθηκε στο 100%!

Ταυτόχρονα, ο φόρος στα επιχειρηματικά κέρδη αυξήθηκε στο 29% και η φορολόγηση των μερισμάτων στο 15%.

Η αφαίμαξη επεκτάθηκε σε κάθε πτυχή της καθημερινότητας των πολιτών. Επιβλήθηκε ΕΦΚ στο κρασί, αυξήθηκαν οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης στα καύσιμα (αμόλυβδη, ντίζελ κίνησης, πετρέλαιο θέρμανσης), στα τσιγάρα, στα οινοπνευματώδη ποτά και στον καφέ.

Οι πολίτες είδαν νέες επιβαρύνσεις στους λογαριασμούς της σταθερής τηλεφωνίας και του Διαδικτύου, στη συνδρομητική τηλεόραση, καθώς και την επιβολή ειδικού τέλους διανυκτέρευσης στα τουριστικά καταλύματα.

Ακόμη και στον τομέα της υγείας και της κοινωνικής ασφάλισης, η κυβέρνηση Τσίπρα επέβαλε αύξηση της εισφοράς υγείας στις κύριες συντάξεις και παρακράτηση στις επικουρικές, την ίδια στιγμή που ο νόμος Κατρούγκαλου αποσυνέδεσε τις ασφαλιστικές εισφορές από την ανταποδοτικότητα, μετατρέποντάς τες σε έναν επιπλέον κεφαλικό φόρο επί του εισοδήματος.

Κλασικός λαϊκισμός

Ωστόσο, ο Αλέξης Τσίπρας συνέχισε να υπόσχεται ανέφικτες παροχές ακόμα και όταν βρέθηκε στην αντιπολίτευση. Στις ΔΕΘ του 2022 και του 2023 επανήλθε στις γνώριμες τεχνικές του λαϊκισμού, εξαγγέλλοντας προγράμματα δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ με αυξήσεις μισθών, επανακρατικοποιήσεις, μειώσεις φόρων στα καύσιμα και αφορολόγητο 10.000 ευρώ για όλους.

Πρόκειται για μέτρα που, σύμφωνα με τις επίσημες κοστολογήσεις, θα οδηγούσαν ξανά τη χώρα σε δημοσιονομικό εκτροχιασμό. Η σύγκριση ανάμεσα στις ανεκπλήρωτες υποσχέσεις του παρελθόντος και στις σημερινές του τοποθετήσεις αποδεικνύει ότι η τακτική του «ξεχασιάρη» πολιτικού δεν είναι τίποτα άλλο παρά η συνέχεια μιας πορείας που στηρίζεται στην απουσία ρεαλισμού.

Οι πολίτες που υπέστησαν τις συνέπειες της φορολογικής λαίλαπας της περιόδου 2015-2019 θυμούνται πολύ καλά την απόσταση που χωρίζει τις προεκλογικές διακηρύξεις από την κυβερνητική πράξη. Ταυτόχρονα, για πολλούς οικονομικούς αναλυτές, η οικονομία της χώρας δεν έχει ανάγκη από νέες αυταπάτες και «καρπερά λεφτόδεντρα», αλλά από υπευθυνότητα, σταθερότητα και κοστολογημένες πολιτικές που σέβονται τις θυσίες των φορολογουμένων.