Σε στιγμές εθνικού πένθους, η θεσμική ψυχραιμία είναι δείγμα σοβαρότητας.
Ενώ η κοινωνία παρακολουθεί συγκλονισμένη τις εξελίξεις μετά την τραγωδία στα Τρίκαλα, η αντιπολίτευση δεν διστάζει να μετατρέψει τον ανθρώπινο πόνο σε εργαλείο μικροπολιτικής αντιπαράθεσης, επαναλαμβάνοντας το ίδιο μοτίβο που είδαμε και στα Τέμπη, επιλέγοντας ξανά τη δημαγωγία αντί για την υπευθυνότητα. Δεν είναι απλώς ότι δεν έχουν διδαχθεί από τα λάθη τους, είναι ότι δεν θέλουν να μάθουν.
Η επίθεση δεν γίνεται επειδή έχουν δίκιο, αλλά επειδή δεν έχουν τίποτε άλλο να πουν. Ανίκανοι να πείσουν με τις θέσεις και το πρόγραμμά τους, χωρίς συνοχή, χωρίς αξιόπιστη εναλλακτική, αναζητούν άλλοθι στην ένταση, ρίχνοντας λάσπη στην κυβέρνηση και αδιαφορώντας για το γεγονός ότι τέτοιες στιγμές απαιτούν ενότητα και όχι κραυγές. Με απογοήτευση βλέπω και το ΠΑΣΟΚ, ένα κόμμα που κάποτε υπηρετούσε θεσμικά τον δημόσιο διάλογο, να υιοθετεί επιθετική ρητορική χωρίς σοβαρότητα, χωρίς μέτρο, προσπαθώντας με κάθε τρόπο να εμπλέξει την κυβέρνηση ακόμη και σε ένα δυστύχημα σε ιδιωτική μονάδα.
Ούτε προτάσεις έχουν ούτε λύσεις προσφέρουν. Το μόνο που επιδιώκουν είναι να δημιουργήσουν κλίμα, να τροφοδοτήσουν τη δυσαρέσκεια, να γαντζωθούν στην αγανάκτηση, μήπως και μετατρέψουν τη δική τους πολιτική ανεπάρκεια σε ευκαιρία αποδόμησης της κυβέρνησης. Όμως, η στρατηγική αυτή έχει όριο και αυτό το όριο το ορίζει η ίδια η κοινωνία, που ξέρει πότε κάποιος σέβεται και πότε απλώς φωνάζει.
Αντίθετα, η κυβέρνηση δεν κρύβεται πίσω από συνθήματα, ούτε ισχυρίζεται πως είναι αλάνθαστη. Όποιος εργάζεται κάνει και λάθη, αλλά αυτό που έχει σημασία είναι το αποτύπωμα της δουλειάς. Από το 2019 έχουν δημιουργηθεί περισσότερες από 500.000 νέες θέσεις εργασίας, η ανεργία μειώθηκε κάτω από το 10%, οι μισθοί αυξάνονται, οι εισφορές μειώνονται, ενώ η αλλαγή στο καθεστώς της Επιθεώρησης Εργασίας, η οποία έγινε ανεξάρτητη Αρχή, φέρνει αποτελέσματα σε καθημερινό επίπεδο, αν και χρειάζονται πολλά βήματα ακόμη. Η Ελλάδα, δε, σύμφωνα με τη Eurostat, κατατάσσεται πλέον στις χώρες με τα λιγότερα εργατικά ατυχήματα στην Ευρώπη – και αυτό δεν είναι θεωρία, είναι πράξη, είναι πρόοδος.
Η αλήθεια είναι ότι η Ελλάδα του 2026 δεν θυμίζει σε τίποτα την Ελλάδα του 2019. Η εικόνα της χώρας εντός κι εκτός συνόρων είναι διαφορετική, με έργα, μεταρρυθμίσεις, θεσμική σταθερότητα και εθνική αυτοπεποίθηση. Η Δικαιοσύνη έχει και θα έχει τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο για κάθε σοβαρή υπόθεση. Η κυβέρνηση δεν καλύπτει, δεν συγκαλύπτει, δεν μετατρέπει τον ανθρώπινο πόνο σε επικοινωνιακή άμυνα, ούτε όμως επιτρέπει να γίνει επιθετικό όπλο στα χέρια όσων δεν έχουν τίποτε άλλο να αντιπροτείνουν.
Η αντιπολίτευση, με κατακερματισμένο λόγο και εσωτερική αστάθεια, δεν διεκδικεί την εμπιστοσύνη των πολιτών, αλλά προσπαθεί να αφαιρέσει εκείνη της κυβέρνησης. Όμως, το 2027, οι πολίτες δεν θα ψηφίσουν με βάση την οργή, αλλά με βάση τη μνήμη. Δεν θα επιλέξουν τον πιο θορυβώδη, αλλά τον πιο αξιόπιστο. Θα συγκρίνουν το έργο και τη σταθερότητα, με τον πειραματισμό. Το μέλλον, με την επιστροφή στο παρελθόν. Τότε, η απάντηση θα είναι καθαρή. Όχι επειδή την αξιώνουμε, αλλά επειδή την έχουμε κερδίσει με πράξεις.
* Η Χριστίνα Αλεξοπούλου είναι τέως υφυπουργός Υποδομών και Μεταφορών, βουλευτής ΝΔ Αχαΐας.


