Υπάρχουν στιγμές στη γεωπολιτική όπου μια χώρα παύει να είναι απλώς ένα «πρόβλημα» και εξελίσσεται σε παράγοντα αστάθειας.

Η Τουρκία βρίσκεται ακριβώς σε αυτό το σημείο. Δεν είναι πλέον ο «απείθαρχος σύμμαχος» της Δύσης. Είναι ένας παίκτης που δοκιμάζει συστηματικά τα όρια της συμμαχίας και ολοένα και συχνότερα τα υπερβαίνει.

Η συζήτηση, που ανοίγει πλέον σε διεθνή μέσα και think tanks, δεν είναι αν η Άγκυρα απομακρύνεται από τη Δύση, αλλά αν έχει ήδη περάσει σε μια ιδιότυπη θέση «εντός και εκτός» της. Και αυτό δεν αφορά ιδεολογία, αφορά συμπεριφορά ισχύος.

Το βασικό συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι η Τουρκία δεν λειτουργεί πλέον ως μέρος της δυτικής αρχιτεκτονικής ασφάλειας, αλλά ως δύναμη που την υπονομεύει εκ των έσω. Η στάση της απέναντι στη Χαμάς, η φιλοξενία στελεχών της και η πολιτική της κάλυψη δεν είναι συγκυριακές επιλογές. Συνιστούν στρατηγική απόκλιση από τα συμφέροντα των ΗΠΑ και της Δύσης συνολικά.

Αυτό, όμως, είναι μόνο η επιφάνεια. Η βαθύτερη μετατόπιση αφορά τον τρόπο με τον οποίο η Τουρκία αντιλαμβάνεται τον ρόλο της: όχι ως σύμμαχος με αυτονομία, αλλά ως αυτόνομος πόλος ισχύος. Σε ένα περιβάλλον όπου το Ιράν αποδυναμώνεται και η Μέση Ανατολή αναδιατάσσεται, η Άγκυρα βλέπει ένα κενό και επιχειρεί να το καλύψει. Από τη Συρία και τη Λιβύη μέχρι τον Καύκασο και την Ανατολική Μεσόγειο, ο νεοοθωμανικός αναθεωρητισμός αποκτά επιχειρησιακά χαρακτηριστικά.

Το δόγμα «Too Big to Fail»

Σε αυτό το πλαίσιο, η Άγκυρα επενδύει συστηματικά σε ένα βασικό δόγμα, όπου η γεωγραφία της την καθιστά «πολύ μεγάλη για να καταρρεύσει» (too big to fail) στα μάτια της Δύσης. Εργαλειοποιώντας το μεταναστευτικό, τον έλεγχο των Στενών και τη θέση της δίπλα σε όλα τα μεγάλα μέτωπα κρίσης, μετατρέπει τη γεωγραφία σε εργαλείο πίεσης.

Η στρατηγική αυτή βασίζεται σε μια διαχρονική αδυναμία της Δύσης και κυρίως της Ευρώπης, αυτήν της προτίμησης στον κατευνασμό αντί της σύγκρουσης. Η προσδοκία ότι η Τουρκία «κάποια στιγμή θα επιστρέψει» λειτουργεί ως παγίδα. Αντί να περιορίζει την τουρκική συμπεριφορά, την ενθαρρύνει. Η Άγκυρα έχει πλέον εσωτερικεύσει την πεποίθηση ότι μπορεί να παραβιάζει «κόκκινες γραμμές» χωρίς κόστος.

Και εδώ βρίσκεται η κρίσιμη ειρωνεία: Η Τουρκία δεν είναι επικίνδυνη επειδή βρίσκεται εκτός της Δύσης, αλλά επειδή βρίσκεται εντός της. Είναι μέλος του ΝΑΤΟ, διαθέτει πρόσβαση σε δυτικά συστήματα και γνωρίζει εκ των έσω τις δομές και τις αδυναμίες της Συμμαχίας.

Αυτός ο διττός ρόλος –μέσα και ταυτόχρονα απέναντι– της επιτρέπει να λειτουργεί ως «εσωτερικός αναθεωρητής». Οι S-400, οι εκβιασμοί στη διεύρυνση του ΝΑΤΟ, οι κινήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο και η εργαλειοποίηση της γεωγραφίας δεν είναι αποσπασματικά επεισόδια. Συνθέτουν ένα συνεκτικό στρατηγικό μοντέλο.

Ωστόσο, αυτό το φαινομενικό οικοδόμημα ισχύος έχει ένα σαφές όριο, αυτό της τουρκικής οικονομίας. Η στρατηγική της υπερεπέκταση απαιτεί πόρους, που μια οικονομία με υψηλό πληθωρισμό και νομισματική αστάθεια δυσκολεύεται να στηρίξει.

Η Τουρκία επιχειρεί να λειτουργήσει ως γεωπολιτικός γίγαντας, παραμένοντας ταυτόχρονα εξαρτημένη από δυτικές αγορές, κεφάλαια και επενδύσεις. Αυτή η αντίφαση είναι ίσως το μοναδικό πραγματικό χαλινάρι της.

Αν η Δύση αποφασίσει να χρησιμοποιήσει την οικονομική ισχύ της όχι απλώς ως εργαλείο πίεσης αλλά ως στρατηγικό μοχλό, τότε η «αυτονομία» της Άγκυρας θα συγκρουστεί με τα όρια της οικονομικής πραγματικότητας.

Σε επιφυλακή ο Ελληνισμός

Για την Ελλάδα και την Κύπρο, η εξέλιξη αυτή δεν είναι θεωρητική. Είναι άμεση και απτή. Η Ανατολική Μεσόγειος αποτελεί ήδη πεδίο δοκιμής αυτής της τουρκικής στρατηγικής… Από τις θαλάσσιες ζώνες και την ενέργεια έως τη στρατιωτική παρουσία και τις υβριδικές πιέσεις. Όσο η Δύση καθυστερεί να επαναπροσδιορίσει τη στάση της, το κόστος μετακυλίεται στα εξωτερικά σύνορά της και κυρίως στον ελλαδικό και κυπριακό χώρο.

Το πραγματικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν η Τουρκία γίνεται «νέο Ιράν». Είναι αν η Δύση είναι έτοιμη να αποδεχθεί ότι ένας από τους πυλώνες της μετατρέπεται σταδιακά σε ρήγμα!