Η Τουρκία αντιδρά σε μια δομική μεταβολή ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο.

Δύο περιστατικά των τελευταίων ημερών προκάλεσαν την έντονη αντίδραση της Άγκυρας και ανέδειξαν ακόμη μία φορά την αυξανόμενη νευρικότητα της τουρκικής ηγεσίας απέναντι στις εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο.

Το πρώτο ήταν η άδεια που ζήτησαν οι ΗΠΑ από τη Λευκωσία να δεσμεύσει με ΝΟΤΑΜ περιοχές –και πάνω από τα Κατεχόμενα– για τις ανάγκες της επιχείρησης «Επική Οργή», που ερμηνεύθηκε από την Άγκυρα ως σαφές διπλωματικό μήνυμα της Ουάσιγκτον υπέρ της Κυπριακής Δημοκρατίας, προκαλώντας την έντονη ενόχληση της Τουρκίας. Το δεύτερο ήταν ο νέος παροξυσμός της τουρκικής ρητορικής εναντίον της ενίσχυσης της ελληνικής αποτροπής, με απειλές που θυμίζουν περιόδους έντασης του παρελθόντος.

Αν κάποιος εντάξει αυτά τα γεγονότα στο ευρύτερο πλαίσιο, προκύπτει μια ξεκάθαρη εικόνα: Η Τουρκία αντιδρά σε μια δομική μεταβολή ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο.

Στο επίκεντρο βρίσκεται η στρατηγική σύγκλιση Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ, που έχει εξελιχθεί στο σχήμα συνεργασίας «3+1» με τη συμμετοχή των Ηνωμένων Πολιτειών. Παρά τις περιφερειακές αναταράξεις στη Μέση Ανατολή, ο άξονας αυτός παραμένει ανθεκτικός, διαμορφώνοντας μια νέα αρχιτεκτονική σταθερότητας που δεν περιορίζεται σε διπλωματικά έγγραφα, αλλά επεκτείνεται σε κοινές στρατιωτικές ασκήσεις, ανταλλαγή τεχνογνωσίας και μηχανισμούς ασφάλειας.

Παράλληλα, η Ελλάδα έχει αναβαθμίσει κατακόρυφα το δίκτυο των στρατηγικών της σχέσεων. Η αμυντική συμφωνία με τη Γαλλία και η ενισχυμένη στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ –με την Αλεξανδρούπολη να αναδεικνύεται σε κρίσιμο στρατηγικό κόμβο που επιτρέπει στις ΗΠΑ και στο ΝΑΤΟ να παρακάμπτουν την παραδοσιακή τουρκική επιρροή στα Στενά– δημιουργούν ένα πλέγμα αποτροπής που επηρεάζει άμεσα την ισορροπία ισχύος στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.

Εξίσου σημαντική είναι η αναβάθμιση της Κύπρου, η οποία μετατρέπεται σταδιακά σε κόμβο που συνδέει την Ευρώπη με τη Μέση Ανατολή και τις ΗΠΑ. Η ενσωμάτωση της Λευκωσίας σε δυτικά δίκτυα ασφάλειας ακυρώνει στην πράξη τη στρατηγική της Άγκυρας να την απομονώσει.

Οι εξελίξεις αυτές έρχονται σε ευθεία σύγκρουση με το αναθεωρητικό δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας». Η Άγκυρα βλέπει τις φιλοδοξίες της για περιφερειακή ηγεμονία να περιορίζονται από αυτό που η ίδια αντιλαμβάνεται ως «γεωπολιτική περικύκλωση». Αναλύσεις οργανισμών όπως το Atlantic Council και το CSIS επισημαίνουν ότι η συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου, Ισραήλ λειτουργεί πλέον ως ένα ισχυρό αντίβαρο που περιορίζει τα περιθώρια κινήσεων της τουρκικής στρατηγικής στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η αλλαγή των συσχετισμών ενισχύεται και από τα γεωοικονομικά δεδομένα. Ο οικονομικός διάδρομος Ινδίας-Μέσης Ανατολής-Ευρώπης (IMEC) και μεγάλα έργα υποδομών, όπως η ηλεκτρική διασύνδεση του Great Sea Interconnector, τοποθετούν την Ελλάδα και την Κύπρο στο επίκεντρο της μεταφοράς ενέργειας, εμπορίου και δεδομένων μεταξύ Ευρώπης και Μέσης Ανατολής.

Για την Τουρκία, το δίλημμα είναι πλέον υπαρξιακό. Εάν η Ανατολική Μεσόγειος οργανωθεί γύρω από δίκτυα συνεργασίας στα οποία η ίδια δεν έχει τον πρώτο λόγο, η γεωπολιτική της επιρροή θα συρρικνωθεί.
Αυτό εξηγεί τον σημερινό εκνευρισμό της τουρκικής ηγεσίας. Οι απειλές κατά της Αθήνας και της Λευκωσίας δεν αποτελούν ένδειξη αυτοπεποίθησης. Αντιθέτως, αποκαλύπτουν στρατηγική αγωνία.

Η Τουρκία βλέπει μπροστά της μια περιοχή που δεν φοβάται πλέον, αλλά οργανώνεται και συνεργάζεται. Σε αυτήν τη νέα γεωπολιτική σκακιέρα, η ένταση της ρητορικής δεν αλλάζει την πραγματικότητα. Η αποτροπή Ελλάδας και Κύπρου έπαψε να είναι θεωρητικό δόγμα. Έγινε γεωπολιτική πραγματικότητα που η Άγκυρα δεν μπορεί πλέον να αγνοήσει!