Η Τουρκία βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με μια γεωπολιτική πραγματικότητα που σε μεγάλο βαθμό η ίδια συνέβαλε να διαμορφώσει.
Η κρίση στη Μέση Ανατολή δεν περιορίζει απλώς τα περιθώρια ελιγμών της Άγκυρας, αλλά απειλεί να αναδιατάξει ολόκληρο το περιφερειακό σύστημα ισχύος με τρόπους που ενδέχεται να λειτουργήσουν εις βάρος της.
Για περισσότερο από μια δεκαετία η τουρκική ηγεσία επιχείρησε να μετατρέψει την αστάθεια της περιοχής σε εργαλείο στρατηγικής επέκτασης. Από τη Συρία και τη Λιβύη μέχρι τον Καύκασο και το Κέρας της Αφρικής, η Άγκυρα επένδυσε στην ιδέα ότι τα κενά ισχύος μπορούν να μετατραπούν σε γεωπολιτικά πλεονεκτήματα.
Η πολιτική αυτή απέδωσε σε ορισμένες περιπτώσεις τακτικά κέρδη. Δημιούργησε όμως ταυτόχρονα ένα πλέγμα συγκρούσεων και καχυποψίας, που σήμερα περιορίζει δραστικά τις στρατηγικές επιλογές της. Παρά τις πρόσφατες προσπάθειες για ένα διπλωματικό «reset» με παραδοσιακούς αντιπάλους, όπως η Αίγυπτος και οι χώρες του Κόλπου, η καχυποψία παραμένει, καθιστώντας την Άγκυρα έναν παίκτη που συχνά ακολουθεί τις εξελίξεις αντί να τις καθορίζει.
Νέα αρχιτεκτονική
Την ίδια στιγμή, μια νέα αρχιτεκτονική ισχύος αρχίζει να διαμορφώνεται στη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο.Στον πυρήνα της βρίσκεται η ενίσχυση του ρόλου του Ισραήλ ως βασικού στρατηγικού κόμβου ασφάλειας της περιοχής. Η αντιπαράθεση με το ιρανικό δίκτυο επιρροής, αλλά και η σταδιακή εμβάθυνση των συνεργασιών του Ισραήλ με κράτη του αραβικού κόσμου και της Ανατολικής Μεσογείου, δημιουργούν ένα νέο πλέγμα ισχύος που αναδιατάσσει τους περιφερειακούς συσχετισμούς.
Σε αυτό το νέο περιβάλλον, η κουρδική παράμετρος αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Οι κουρδικές δομές εξουσίας στη Βόρεια Συρία και στο Βόρειο Ιράκ έχουν αποκτήσει τα τελευταία χρόνια μια μορφή θεσμικής και στρατιωτικής σταθερότητας, συχνά με τη στήριξη δυτικών δυνάμεων. Για την Τουρκία, η προοπτική μιας πιο παγιωμένης κουρδικής παρουσίας στα νότια σύνορά της αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους στρατηγικούς φόβους της.
Παράλληλα, η γεωοικονομική διάσταση της νέας περιφερειακής τάξης αρχίζει να γίνεται εξίσου σημαντική. Πρωτοβουλίες όπως ο οικονομικός διάδρομος Ινδίας-Μέσης Ανατολής-Ευρώπης (IMEC) επιχειρούν να δημιουργήσουν ένα νέο δίκτυο εμπορίου, μεταφορών, δεδομένων και ενέργειας, που συνδέει την Ινδία, τον αραβικό κόσμο, το Ισραήλ και την Ευρώπη μέσω της Ανατολικής Μεσογείου.
Στην αρχιτεκτονική αυτού του σχεδιασμού, χώρες όπως η Ελλάδα και η Κύπρος αποκτούν αυξανόμενη γεωπολιτική σημασία ως πύλες προς την Ευρώπη. Η Άγκυρα, αντιλαμβανόμενη τον κίνδυνο γεωοικονομικής παράκαμψης, επιχειρεί να αντιπαραβάλει τον δικό της «Δρόμο της Ανάπτυξης» μέσω Ιράκ, επιδιώκοντας να διασώσει τον ρόλο της ως απαραίτητης γέφυρας, σε έναν ανταγωνισμό διαδρόμων και υποδομών που ενδέχεται να καθορίσει την ισχύ των επόμενων δεκαετιών.
Αμφίσημα μηνύματα
Το στοιχείο που προκαλεί τη μεγαλύτερη ανησυχία στην Άγκυρα είναι ότι πολλά απ’ αυτά τα νέα σχήματα συνεργασίας διαμορφώνονται χωρίς τη συμμετοχή της. Για δεκαετίες η Τουρκία θεωρούνταν ο αναντικατάστατος γεωπολιτικός κόμβος ανάμεσα στην Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την Ασία.
Σήμερα όμως εμφανίζεται ολοένα και συχνότερα ως μια δύναμη που προσπαθεί να επηρεάσει τις εξελίξεις από το περιθώριο αντί να βρίσκεται στο επίκεντρό τους. Η αμφίσημη εξωτερική πολιτική της, οι συνεχείς εντάσεις με συμμάχους της Δύσης και η επιδίωξη μιας αυτόνομης περιφερειακής ισχύος έχουν ενισχύσει την αντίληψη ότι η Τουρκία λειτουργεί συχνά περισσότερο ως παράγοντας αστάθειας.
Ωστόσο, η Άγκυρα δεν παύει να επενδύει στη «συναλλακτική διπλωματία», αξιοποιώντας το μέγεθός της, τη γεωγραφία των Στενών και τη θέση της στο ΝΑΤΟ ως μοχλούς πίεσης για να παραμείνει στο τραπέζι των αποφάσεων. Η πραγματική δοκιμασία για την Τουρκία βρίσκεται στο αν μπορεί να προσαρμοστεί σε μια Μέση Ανατολή όπου οι νέες στρατηγικές και οικονομικές διαδρομές διαμορφώνονται με μια διαφορετική γεωπολιτική λογική... Μια λογική στην οποία ο άξονας Ισραήλ, αραβικού κόσμου, Ινδίας και Ανατολικής Μεσογείου αποκτά αυξανόμενη σημασία.
Στρατηγικό ρίσκο
Σε έναν τέτοιο χάρτη ισχύος, η μεγαλύτερη πρόκληση για την Άγκυρα δεν είναι απλώς η διαχείριση των περιφερειακών κρίσεων. Είναι το ενδεχόμενο να ανακαλύψει ότι η νέα γεωπολιτική σκακιέρα της Μέσης Ανατολής στήνεται χωρίς αυτήν στο κέντρο. Το τελικό ερώτημα, που μένει να απαντηθεί, δεν αφορά μόνο τις τουρκικές επιδιώξεις, αλλά και τις προθέσεις της Δύσης: Είναι οι μεγάλες δυνάμεις έτοιμες για έναν οριστικό γεωπολιτικό «απογαλακτισμό» από την Τουρκία ή μήπως η διαφαινόμενη απομόνωσή της αποτελεί απλώς ένα μέσο πίεσης για την επαναφορά της σε έναν πιο προβλέψιμο και σταθερό ρόλο;
Σε μια εποχή όπου η ισχύς καθορίζεται από τη συμμετοχή στους νέους άξονες ασφάλειας, ενέργειας και εμπορίου, το μεγαλύτερο στρατηγικό ρίσκο για την Τουρκία ίσως να μην είναι οι αντίπαλοί της, αλλά το ενδεχόμενο να διαπιστώσει ότι η νέα περιφερειακή τάξη διαμορφώνεται χωρίς να τη θεωρεί πλέον απαραίτητη!


