Η φετινή ΔΕΘ στρέφει το ενδιαφέρον της αποκλειστικά στη μεσαία τάξη, τη διαχρονική ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας.
Οι εξαγγελίες του Κυριάκου Μητσοτάκη επιχειρούν να απαντήσουν στην οικονομική πίεση, προσφέροντας στοχευμένες φορολογικές ελαφρύνσεις για φυσικά και νομικά πρόσωπα που αναζητούν ανάσα από την ακρίβεια.
Το κυβερνητικό σχέδιο περιλαμβάνει μείωση των βασικών συντελεστών φορολογίας εισοδήματος κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες και επιπλέον ελαφρύνσεις βάσει του αριθμού των παιδιών. Παράλληλα, η οριστική κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος και η σταδιακή υποχώρηση του εταιρικού φόρου στο 20% εντός της τετραετίας διαμορφώνουν ένα σαφώς πιο φιλικό επιχειρηματικό περιβάλλον.
Ωστόσο, το μεγάλο στοίχημα παραμένει η ταχύτητα υλοποίησης. Η μεσαία τάξη, έχοντας σηκώσει το βάρος διαδοχικών κρίσεων, δεν έχει περιθώρια για καθυστερήσεις. Αναλύοντας τα μέτρα, παρατηρούμε δύο διαφορετικές ταχύτητες.
Από τη μία πλευρά, οι μειώσεις συντελεστών προσφέρουν μόνιμη ελάφρυνση στο εισόδημα. Από την άλλη, η δραστική υποχώρηση της προκαταβολής φόρου κάτω από το 40% για επαγγελματίες και στο 55% για επιχειρήσεις αποτελεί μια αναγκαία ένεση ρευστότητας. Αν και δεν μειώνει το συνολικό χρέος, δίνει άμεση «ανάσα» στην αγορά.
Η επιτυχία της κυβέρνησης θα κριθεί αποκλειστικά στην πράξη. Οι εξαγγελίες πρέπει να μεταφραστούν άμεσα σε πραγματική, χειροπιαστή ανακούφιση για τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.