Η Ελλάδα μειώνει ταχύτερα το χρέος, εξοικονομεί τόκους και δημιουργεί δημοσιονομικό χώρο για μόνιμες φοροελαφρύνσεις και στήριξη των εισοδημάτων.
Η πρόωρη αποπληρωμή δημόσιου χρέους ύψους περίπου 13 δισ. ευρώ μέσα στο 2026 δεν αποτελεί απλώς μία ακόμη κίνηση διαχείρισης του κρατικού χρέους. Είναι ένα ακόμη βήμα στη στρατηγική της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη για ταχεία αποκλιμάκωση του χρέους, μείωση του κόστους εξυπηρέτησής του και ενίσχυση της αξιοπιστίας της Ελλάδας στις διεθνείς αγορές, την ώρα που το Μέγαρο Μαξίμου προετοιμάζει το πακέτο των οικονομικών μέτρων που θα παρουσιάσει ο πρωθυπουργός στη ΔΕΘ τον Σεπτέμβριο. Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι τα μέτρα αυτά δεν φαίνεται να σχεδιάζονται ως μία έκτακτη επιδοματική παρέμβαση, αλλά ως μόνιμες παρεμβάσεις στο διαθέσιμο εισόδημα, στη φορολογία, στις συντάξεις και στην εργασία. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης έδωσε σήμερα, 21 Αυγούστου, το πολιτικό στίγμα, ξεκαθαρίζοντας ότι τα μέτρα της ΔΕΘ θα έχουν μόνιμο χαρακτήρα και θα αφορούν όλους τους πολίτες.
Ειδικότερα, η πρόωρη αποπληρωμή των 13 δισ. ευρώ αποκτά, επομένως, ιδιαίτερη σημασία ακριβώς επειδή πραγματοποιείται σε μια περίοδο κατά την οποία η κυβέρνηση προετοιμάζει το επόμενο μεγάλο πακέτο οικονομικών παρεμβάσεων. Η εικόνα των δημόσιων οικονομικών, η πορεία των πρωτογενών πλεονασμάτων και η αποκλιμάκωση του χρέους διαμορφώνουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα παρουσιάσει στη ΔΕΘ τις νέες μόνιμες παρεμβάσεις για νοικοκυριά, εργαζόμενους, συνταξιούχους και οικογένειες. Το ερώτημα, πλέον, είναι πώς η επιτάχυνση της μείωσης του χρέους μεταφράζεται σε πραγματικό δημοσιονομικό χώρο και πόσο αυτός ο χώρος μπορεί να επιστρέψει στην οικονομία και στους πολίτες.
Η δημοσιονομική εικόνα πίσω από τις αποφάσεις
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι αυτή μιας οικονομίας η οποία έχει πλέον τη δυνατότητα να κάνει δύο πράγματα ταυτόχρονα: να μειώνει επιθετικά το χρέος και να επιστρέφει μέρος της δημοσιονομικής υπεραπόδοσης στην κοινωνία.
Το σχέδιο για πρόωρες αποπληρωμές περίπου 13 δισ. ευρώ μέσα στο 2026 ήρθε μετά την πρόωρη εξόφληση 6,94 δισ. ευρώ από το διμερές δάνειο των 52,3 δισ. ευρώ με την Ευρωζώνη τον Ιούνιο. Η νέα κίνηση περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, περίπου 2,5 δισ. ευρώ δανείων του EFSF και ομόλογο 2,2 δισ. ευρώ που λήγει το 2027, ενώ προβλέπεται και μείωση του αποθέματος εντόκων γραμματίων.
Το οικονομικό όφελος δεν είναι θεωρητικό. Με βάση το σημερινό κόστος δανεισμού, κάθε 1 δισ. ευρώ πρόωρης αποπληρωμής αντιστοιχεί σε περίπου 30 εκατ. ευρώ χαμηλότερες ετήσιες δαπάνες τόκων. Για τα 13 δισ. ευρώ, η ετήσια εξοικονόμηση υπολογίζεται περίπου στα 360 εκατ. ευρώ και σε ορίζοντα επταετίας ξεπερνά τα 2 δισ. ευρώ.
Αυτό είναι το πρώτο σημείο που συνδέει το χρέος με την καθημερινότητα του πολίτη. Η μείωση των τόκων δεν είναι απλώς ένας λογιστικός δείκτης. Δημιουργεί σταδιακά μικρότερες υποχρεώσεις του Δημοσίου και μεγαλύτερη δυνατότητα άσκησης πολιτικής χωρίς να απαιτείται αντίστοιχη αύξηση του δανεισμού.
Από το χρέος στον δημοσιονομικό χώρο
Η κυβέρνηση έχει ήδη δείξει ότι η πρόωρη αποπληρωμή δεν γίνεται εις βάρος της δημοσιονομικής εικόνας. Αντίθετα, συνδέεται με την υψηλότερη του αναμενομένου επίδοση του πρωτογενούς πλεονάσματος και με την υψηλή ρευστότητα του Δημοσίου.
Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, το πρωτογενές πλεόνασμα στο επτάμηνο έφτασε τα 5,7 δισ. ευρώ, ενώ τα φορολογικά έσοδα ξεπέρασαν τον στόχο κατά 1,112 δισ. ευρώ. Η εξέλιξη αυτή δίνει μεγαλύτερη ευχέρεια στο οικονομικό επιτελείο να επιταχύνει την αποπληρωμή χρέους, χωρίς να εγκαταλείπει τη δημοσιονομική πειθαρχία.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία της πολιτικής εξίσωσης που οδηγεί στη ΔΕΘ.
Δεν πρόκειται για επιλογή «ή χρέος ή μέτρα στήριξης». Η λογική είναι διαφορετική: η βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών επιτρέπει ταυτόχρονα τη μείωση του χρέους και τη δημιουργία μόνιμου δημοσιονομικού χώρου για μειώσεις επιβαρύνσεων.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να θέτει όρια στην αύξηση των καθαρών δημοσίων δαπανών. Δεν μπορεί, επομένως, κάθε επιπλέον έσοδο να μετατρέπεται αυτομάτως σε νέες κρατικές δαπάνες. Η πρόκληση για την κυβέρνηση είναι να επιλέξει παρεμβάσεις που μπορούν να χρηματοδοτηθούν με διατηρήσιμο τρόπο.
Τι φέρνει η ΔΕΘ – Τα μέτρα που βρίσκονται στο τραπέζι
Το πακέτο που επεξεργάζεται το οικονομικό επιτελείο κινείται κυρίως γύρω από τη φορολογία και το διαθέσιμο εισόδημα.
Πρώτος άξονας είναι νέες φορολογικές ελαφρύνσεις, με έμφαση στη μεσαία τάξη, στους εργαζόμενους, στις οικογένειες και στους ελεύθερους επαγγελματίες. Οι πληροφορίες των τελευταίων ημερών κάνουν λόγο για παρεμβάσεις στη φορολογική κλίμακα και για περαιτέρω ελάφρυνση εισοδημάτων, ενώ ιδιαίτερη συζήτηση γίνεται για τη σταδιακή απομείωση της επιβάρυνσης των ελεύθερων επαγγελματιών από το τεκμαρτό εισόδημα. Ο Παύλος Μαρινάκης άφησε σήμερα ανοιχτό το ενδεχόμενο σταδιακής κατάργησης των τεκμηρίων για τους ελεύθερους επαγγελματίες.
Δεύτερος άξονας είναι οι συνταξιούχοι. Στο τραπέζι βρίσκονται παρεμβάσεις που συνδέονται με την αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος, την προσωπική διαφορά και την Εισφορά Αλληλεγγύης Συνταξιούχων. Οι μέχρι σήμερα πληροφορίες κάνουν λόγο για περαιτέρω ενίσχυση των συντάξεων και για αλλαγές στην ΕΑΣ, ενώ εξετάζονται και παρεμβάσεις στο μόνιμο επίδομα των 300 ευρώ.
Τρίτος άξονας είναι οι οικογένειες και το δημογραφικό. Η κυβέρνηση έχει ήδη κινηθεί προς την κατεύθυνση φορολογικών ελαφρύνσεων για οικογένειες με παιδιά και η νέα ΔΕΘ αναμένεται να συνεχίσει αυτή τη λογική, με στόχο το φορολογικό σύστημα να λειτουργεί περισσότερο ως κίνητρο για τη δημιουργία οικογένειας.
Τέταρτος άξονας είναι η εργασία και το κόστος εργασίας, με παρεμβάσεις που μπορούν να αυξήσουν το καθαρό εισόδημα εργαζομένων και να περιορίσουν το μη μισθολογικό κόστος. Ήδη από το 2026 εφαρμόζονται οι μεγάλες φορολογικές αλλαγές που ανακοινώθηκαν στην προηγούμενη ΔΕΘ, ενώ η κυβέρνηση εξετάζει την επόμενη φάση παρεμβάσεων.
Το σημαντικότερο νέο στοιχείο, πάντως, είναι η πολιτική δέσμευση για μόνιμο χαρακτήρα των μέτρων. Ο Παύλος Μαρινάκης δεν μίλησε σήμερα για μία εφάπαξ παροχή, αλλά για μέτρα που θα αφορούν όλους τους πολίτες και θα έχουν μόνιμη βάση.
Γιατί οι αγορές «διαβάζουν» διαφορετικά μία χώρα που μειώνει το χρέος
Η πρόωρη αποπληρωμή χρέους έχει και μία δεύτερη, λιγότερο άμεση αλλά εξαιρετικά σημαντική διάσταση: τη σχέση της Ελλάδας με τις αγορές.
Οι επενδυτές δεν αξιολογούν μόνο το ύψος του χρέους. Εξετάζουν τη δυναμική του, το κόστος εξυπηρέτησης, τις χρηματοδοτικές ανάγκες, τα ταμειακά διαθέσιμα, τη διάρκεια του χρέους και την ικανότητα μιας χώρας να παράγει πρωτογενή πλεονάσματα.
Η Ελλάδα, μειώνοντας το χρέος ταχύτερα από τον αρχικό σχεδιασμό, στέλνει ένα καθαρό μήνυμα: δεν χρειάζεται να δανείζεται για να καλύπτει τρέχουσες δημοσιονομικές ανάγκες και χρησιμοποιεί μέρος της δημοσιονομικής υπεραπόδοσης για να περιορίζει μελλοντικές υποχρεώσεις.
Ακόμη πιο σημαντικό είναι ότι η πρόωρη εξόφληση του ομολόγου των 2,2 δισ. ευρώ που λήγει το 2027 μειώνει τις ανάγκες αναχρηματοδότησης της επόμενης χρονιάς. Παρά τις αποπληρωμές, τα ταμειακά διαθέσιμα εκτιμάται ότι θα παραμείνουν πάνω από τα 30 δισ. ευρώ στο τέλος του 2026.
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την αξιοπιστία μιας χώρας στις αγορές: χαμηλότερο χρέος, μικρότερες χρηματοδοτικές ανάγκες, χαμηλότεροι τόκοι και υψηλό ταμειακό απόθεμα συνθέτουν ένα πολύ ισχυρότερο προφίλ πιστωτικού κινδύνου.
Και η βελτίωση αυτή μπορεί να λειτουργήσει σε βάθος χρόνου. Όσο μειώνεται το ρίσκο της χώρας, τόσο δημιουργούνται προϋποθέσεις για χαμηλότερο κόστος χρηματοδότησης, όχι μόνο για το Δημόσιο αλλά και για την οικονομία ευρύτερα.
Το μεγάλο στοίχημα: μόνιμες ελαφρύνσεις χωρίς δημοσιονομικό εκτροχιασμό
Εδώ βρίσκεται η πραγματική σημασία της φετινής ΔΕΘ.
Η κυβέρνηση δεν θέλει να εμφανίσει ένα ακόμη πακέτο προσωρινών επιδομάτων. Θέλει να παρουσιάσει ένα πρόγραμμα που θα μπορεί να ενσωματωθεί στους επόμενους προϋπολογισμούς.
Αυτό εξηγεί γιατί η πρόωρη αποπληρωμή του χρέους και οι εξαγγελίες της ΔΕΘ δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως δύο άσχετες μεταξύ τους πολιτικές.
Η πρόωρη αποπληρωμή μειώνει μελλοντικές δαπάνες τόκων. Τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα δημιουργούν δημοσιονομικό χώρο. Η ανάπτυξη αυξάνει τη φορολογική βάση. Και η σταδιακή αποκλιμάκωση του χρέους βελτιώνει την εικόνα της χώρας στις αγορές.
Το αποτέλεσμα είναι ένας κύκλος που μπορεί να λειτουργήσει υπέρ της οικονομίας: λιγότερο χρέος, φέρνει λιγότερους τόκους, που οδηγεί σε μεγαλύτερο δημοσιονομικό χώρο με μόνιμες ελαφρύνσεις και καταλήγει σε ισχυρότερο διαθέσιμο εισόδημα και οικονομική δραστηριότητα.
Η Ελλάδα αλλάζει σελίδα στο χρέος
Η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει ένα από τα υψηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρωζώνη. Όμως η κρίσιμη αλλαγή είναι ότι πλέον δεν συζητάμε για τη δυνατότητα της χώρας να εξυπηρετήσει το χρέος της, αλλά για το πόσο γρήγορα μπορεί να το μειώσει.
Με την προγραμματισμένη πρόωρη αποπληρωμή των 13 δισ. ευρώ, ο δείκτης χρέους προς ΑΕΠ εκτιμάται ότι θα υποχωρήσει περίπου στο 137% το 2026, ενώ στόχος είναι η Ελλάδα να περάσει κάτω από την Ιταλία ως η χώρα με το υψηλότερο χρέος στην Ευρωζώνη.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το πρόβλημα του χρέους έχει λυθεί. Σημαίνει όμως ότι η κατεύθυνση έχει αλλάξει.
Και αυτή ακριβώς η κατεύθυνση είναι που θα επιχειρήσει να αξιοποιήσει πολιτικά και οικονομικά ο Κυριάκος Μητσοτάκης στη ΔΕΘ.
Το μήνυμα που διαμορφώνεται είναι σαφές: η Ελλάδα δεν επιστρέφει στην εποχή των παροχών που χρηματοδοτούνται με νέο δανεισμό. Η κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει ένα διαφορετικό μοντέλο, στο οποίο οι παρεμβάσεις προς τους πολίτες στηρίζονται σε πραγματικό δημοσιονομικό χώρο, ενώ παράλληλα το κράτος μειώνει τις μελλοντικές του υποχρεώσεις.
Και η σημερινή δήλωση του Παύλου Μαρινάκη ότι τα μέτρα θα είναι μόνιμου χαρακτήρα και θα αφορούν όλους τους πολίτες δίνει στη φετινή ΔΕΘ μια διαφορετική πολιτική και οικονομική διάσταση.
Το στοίχημα πλέον δεν είναι μόνο πόσα θα ανακοινώσει ο πρωθυπουργός τον Σεπτέμβριο. Είναι αν το πακέτο θα αποδειχθεί αρκετά ισχυρό ώστε να αυξήσει το διαθέσιμο εισόδημα, αλλά ταυτόχρονα αρκετά δημοσιονομικά συνετό ώστε να μη διαταράξει αυτό ακριβώς το πλεονέκτημα που επέτρεψε στην Ελλάδα να φτάσει σήμερα σε θέση να αποπληρώνει πρόωρα 13 δισ. ευρώ χρέους.
Για τις αγορές, αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο μήνυμα: η Ελλάδα δεν ζητά πλέον χρόνο για να διαχειριστεί το χρέος της· χρησιμοποιεί την καλύτερη δημοσιονομική της θέση για να το μειώσει νωρίτερα και, ταυτόχρονα, να επιστρέψει μέρος του οφέλους στην κοινωνία.