Η Μεγάλη Παρασκευή δεν εξηγείται εύκολα. Τη νιώθεις στο σώμα και στον ρυθμό της ημέρας που βαραίνει.

Από νωρίς, όλα κινούνται πιο αργά. Οι καμπάνες, οι δρόμοι, οι άνθρωποι. Σαν να υπάρχει μια άτυπη συμφωνία ότι κάτι σημαντικό περνάει ανάμεσά μας και χρειάζεται τον χώρο του.

Ο Επιτάφιος στήνεται με πολλή φροντίδα. Γεμίζει λουλούδια από χέρια νεαρών κοριτσιών που δουλεύουν ήσυχα, με τα βλέμματα χαμηλωμένα. Και όλα μαζί φτιάχνουν μία εικόνα που δεν φτάνει μόνο να τη δεις, είναι η στιγμή για να μπεις μέσα της. Να σταθείς, να παρατηρήσεις, να αφήσεις τον χρόνο να κάνει αυτό που συνήθως δεν του επιτρέπουμε: να περάσει ήρεμα!

Το βράδυ, ο Επιτάφιος περιφέρεται στους δρόμους και ο κόσμος ακολουθεί, σιωπηλός. Τα λόγια των Εγκωμίων κουβαλούν πόνο, με το «Ω, γλυκύ μου έαρ…» να ηχεί παντού, και η απώλεια να στέκεται μπροστά σου όπως είναι: σκληρή και άβολη να περιφέρεται ανάμεσα στο πλήθος, εκεί που ο καθένας κουβαλάει τα δικά του, μικρά ή μεγάλα, γνωστά ή αθέατα.

Κάπου εκεί συναντιέται το παλιό με το τώρα. Στις ειδήσεις που βαραίνουν, στις προσωπικές ιστορίες που δεν ακούγονται, σε εκείνες τις στιγμές που ο κόσμος μοιάζει να χάνει το έδαφος κάτω από τα πόδια του.

Κι όμως, οι άνθρωποι βγαίνουν, περπατούν μαζί και στέκονται ο ένας δίπλα στον άλλον, χωρίς να χρειάζεται να πουν πολλά γιατί όλοι βιώνουν τη δική τους «Μεγάλη Παρασκευή». Και τότε, αυτό που μένει δεν είναι τα έθιμα, ούτε τα λόγια, είναι η ανάγκη για νόημα μέσα στο σκοτάδι. Και η επιμονή ότι, κάπου μετά, υπάρχει φως.