Η Μεγάλη Παρασκευή είναι η πιο βαριά ημέρα του χρόνου.

Είναι η μέρα που η σιωπή αποκτά ήχο, τον ήχο της πένθιμης καμπάνας που δεν χτυπά μόνο για τον Θεάνθρωπο, αλλά για κάθε απώλεια που έχει χαραχτεί μέσα μας. Είναι η Μεγάλη Παρασκευή του καθενός μας.

Στους δρόμους, κυρίως στην επαρχία, απλώνεται μια αλλιώτικη ησυχία. Τα σπίτια μοιάζουν σαν να πενθούν∙ δεν ανάβει μάτι κουζίνας, δεν μαγειρεύεται τίποτα, η νηστεία γίνεται αυστηρή, σχεδόν σιωπηλή. Σαν να υπάρχει ένας άρρητος σεβασμός, μια συλλογική μνήμη που επιμένει να κρατά ζωντανό το πένθος. Πολλές γυναίκες αποφεύγουν ακόμη και τις καθημερινές δουλειές, δεν αγγίζουν ούτε τα λουλούδια στα μπαλκόνια, σαν να μην πρέπει τίποτα να διαταράξει αυτή τη μέρα.

Και μέσα σε αυτή τη σιωπή, ο καθένας συναντά τον δικό του πόνο. Τον άνθρωπο που έφυγε, το βλέμμα που χάθηκε, τη φωνή που δεν θα ξανακουστεί. Η Μεγάλη Παρασκευή δεν είναι μόνο το πένθος της Σταύρωσης∙ είναι το πένθος κάθε προσωπικής απώλειας. Εκείνης που μας δίδαξε τι σημαίνει να χάνεις.

Ίσως γι’ αυτό συγκινεί τόσο βαθιά. Γιατί δεν αφορά μόνο το Θείο Δράμα, αλλά τον ίδιο τον άνθρωπο. Τη δική του διαδρομή μέσα στον αποχωρισμό. Και καθώς η καμπάνα χτυπά πένθιμα, δεν θυμόμαστε μόνο. Νιώθουμε ξανά. Σαν να ανοίγει μια πληγή παλιά, που ποτέ δεν έκλεισε ολοκληρωτικά.

Η Μεγάλη Παρασκευή είναι η μέρα που μαθαίνουμε να στεκόμαστε μέσα στην απουσία. Να αντέχουμε τη μνήμη. Και να ψιθυρίζουμε, σιωπηλά, όσα δεν προλάβαμε να πούμε.