Όταν η αντιπολίτευση μιλά για κράτος δικαίου, ελευθεροτυπία και θεσμούς, αλλά εννοεί μικροκομματική επιβίωση και πολιτικό θόρυβο.
Υπάρχει ένα παλιό πολιτικό ρητό που λέει πως όταν δεν έχεις σχέδιο, φωνάζεις. Στην ελληνική εκδοχή του 2026, το φωνάζεις βαφτίζεται «αγώνας για το κράτος δικαίου» και το σχέδιο αγνοείται επιδεικτικά. Η λεγόμενη Σοσιαλαριστερά έχει καταφέρει κάτι μοναδικό: να μετατρέψει μεγάλες έννοιες σε... κουδουνίστρες προπαγάνδας.
Κράτος δικαίου, ελευθεροτυπία, δημοκρατία. Λέξεις βαριές, με ιστορία, με αίμα και αγώνες από πίσω, που όμως σήμερα χρησιμοποιούνται σαν συνθήματα μιας χρήσης.
Το αποτέλεσμα είναι πολιτική με ντεσιμπέλ, όχι με επιχειρήματα. Πολιτική του θυμικού, όχι της λογικής. Κι αυτό δεν είναι απλώς πρόβλημα αισθητικής ή ύφους. Είναι βαθύ πολιτικό ζήτημα, γιατί αλλοιώνει την ίδια τη συζήτηση για τους θεσμούς. Από το ΠΑΣΟΚ μέχρι τον ΣΥΡΙΖΑ και από τη Νέα Αριστερά έως την Πλεύση Ελευθερίας, το μοτίβο είναι σχεδόν καρμπόν. Καταγγελία πρώτα, αφήγημα μετά, στοιχεία αν περισσέψουν. Κάθε κυβερνητική πρωτοβουλία παρουσιάζεται ως σκοτεινό σχέδιο, κάθε θεσμική διαδικασία ως μεθόδευση, κάθε αντίλογος ως απόπειρα φίμωσης.
Το πρόβλημα δεν είναι η σκληρή αντιπολίτευση. Αυτή είναι αναγκαία σε μια δημοκρατία. Το πρόβλημα είναι η συστηματική αντικατάσταση της πολιτικής κριτικής από τη μόνιμη υποψία. Όταν όλα βαφτίζονται σκάνδαλα, στο τέλος τίποτα δεν σοκάρει. Και όταν τίποτα δεν σοκάρει, χάνεται και το μέτρο.
Η ελευθεροτυπία, για τη Σοσιαλαριστερά, λειτουργεί με όρους... μπουφέ. Παίρνεις ό,τι σε βολεύει και πετάς τα υπόλοιπα. Αν ένα Μέσο σε στηρίξει, είναι ανεξάρτητο και γενναίο. Αν σε κριτικάρει, είναι διαπλεκόμενο. Αν αποκαλύπτει δικά σου λάθη, είναι «όργανο συμφερόντων». Αν αποκαλύπτει λάθη των άλλων, είναι «δημοσιογραφία υψηλού επιπέδου».
Αυτή η επιλεκτική ευαισθησία δεν είναι απλώς υποκρισία. Είναι πολιτική τακτική. Δημιουργείς ένα θολό τοπίο όπου όλα αμφισβητούνται, ώστε τελικά να μη μένει τίποτα όρθιο. Κι όταν ο πολίτης πιστέψει ότι «όλοι ίδιοι είναι», τότε η ευθύνη εξαφανίζεται και η σύγχυση γίνεται όπλο.
Στο ίδιο σκηνικό εντάσσεται και η Ζωή Κωνσταντοπούλου. Η πολιτική ως αέναη αγόρευση, με δραματικούς τόνους, θεατρικές παύσεις και καταγγελίες επί καταγγελιών. Όλα είναι σκάνδαλο, όλα είναι έγκλημα, όλοι είναι ένοχοι. Δεν υπάρχουν αποχρώσεις, δεν υπάρχουν σύνθετα ζητήματα, δεν υπάρχει αυτοκριτική. Είναι μια πολιτική σχολή που επενδύει στην ένταση, όχι στη λύση. Στο χειροκρότημα της στιγμής, όχι στη διαχείριση της πραγματικότητας. Και όσο λιγότερα προτείνει, τόσο περισσότερο υψώνει τη φωνή.
Το πιο ανησυχητικό δεν είναι ο θόρυβος. Είναι η φθορά των ίδιων των εννοιών. Όταν μιλάς καθημερινά για «κατάλυση του κράτους δικαίου», στο τέλος ακυρώνεις την έννοια. Όταν καταγγέλλεις συνεχώς «φίμωση», εξουδετερώνεις τον πραγματικό αγώνα για την ελευθεροτυπία όταν και αν προκύψει σοβαρό ζήτημα.
Η δημοκρατία δεν ενισχύεται με υπερβολές και κραυγές. Ενισχύεται με σοβαρότητα, με σεβασμό στους θεσμούς και με πολιτική πρόταση. Κι εδώ ακριβώς αποτυγχάνει η Σοσιαλαριστερά. Δεν επιδιώκει να πείσει. Επιχειρεί να κουράσει.
Το μαύρο ανέκδοτο ολοκληρώνεται κάπως έτσι: κόμματα που κυβέρνησαν, συγκυβέρνησαν ή στήριξαν πολιτικές που σήμερα καταγγέλλουν, εμφανίζονται ως θεματοφύλακες της δημοκρατίας. Πολιτικοί που απαξίωσαν θεσμούς μιλούν ξαφνικά για θεσμικότητα. Και όλα αυτά με ύφος ηθικού πλεονεκτήματος.
Δεν προκαλεί πια γέλιο. Προκαλεί κόπωση. Και στην πολιτική, η κόπωση είναι ήττα. Αν θέλεις πραγματικά να υπερασπιστείς το κράτος δικαίου, πρώτα το σέβεσαι. Δεν το χρησιμοποιείς ως μαύρο ανέκδοτο.


