Υπάρχει ένας άγραφος κανόνας στην πολιτική, παλιός όσο και η Δημοκρατία.
Αυτός ο κανόνας ορίζει ότι προτού κουνήσεις το δάχτυλο για τους θεσμούς, καλό είναι να κοιτάς αν τα δικά σου χέρια είναι (όχι πλυμένα, αλλά) καθαρά. Κι εδώ αρχίζει το πρόβλημα όταν ο Αλέξης Τσίπρας μιλά για «κατάρρευση του κράτους δικαίου». Όχι επειδή απαγορεύεται να μιλά, προς Θεού, αλλά επειδή το παρελθόν του επιμένει να απαντά.
Η πρόσφατη εισαγγελική εισήγηση για την υπόθεση Novartis, με σαφή αναφορά σε ψευδείς καταθέσεις και δολοφονία χαρακτήρων, δεν είναι μια απλή λεπτομέρεια. Είναι υπενθύμιση μιας περιόδου όπου η Δικαιοσύνη μετατράπηκε φόρα παρτίδα σε πολιτικό εργαλείο, με στόχο όχι τη διαλεύκανση, αλλά την εξόντωση πολιτικών και μη αντιπάλων. Αυτό δεν είναι κράτος δικαίου. Είναι σκιά του.
Και αν κάποιος θεωρεί τη Novartis «γκρίζα ζώνη», υπάρχουν και τα φωτεινά, αδιαμφισβήτητα γεγονότα. Ο διαγωνισμός των τηλεοπτικών αδειών το 2016, με τη μετέπειτα κύρωσή του ως αντισυνταγματικού από το ΕΣΡ και στο τέλος η ομόφωνη καταδίκη με 13-0 του τότε αρμόδιου υπουργού, Νίκου Παππά, από το ειδικό δικαστήριο. Όχι από πολιτικούς αντιπάλους, αλλά από ανώτατους δικαστές.
Προφανώς και ο κ. Τσίπρας, όπως και ο οποιοσδήποτε, μπορεί να μιλά για θεσμική εκτροπή. Το ερώτημα δεν είναι αν έχει δικαίωμα. Το ερώτημα είναι αν έχει πειστική απάντηση για το παρελθόν που ο ίδιος έγραψε. Και μέχρι σήμερα αυτή η απάντηση δεν έχει δοθεί, ούτε καν από την έκδοση της «Ιθάκης», μόνο κάτι μασημένα λόγια.
Το κράτος δικαίου δεν είναι σύνθημα. Είναι μνήμη, ευθύνη και συνέπεια. Και αυτά δεν διαγράφονται με μια δήλωση.

