Η παρέμβαση του ελληνικού ΥΠΕΞ στην κυβέρνηση της Βόρειας Μακεδονίας επαναφέρει στο προσκήνιο ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα κεφάλαια της εξωτερικής μας πολιτικής.
Ερση Παπαδάκη
Η Συμφωνία των Πρεσπών μπορεί να υπεγράφη το 2018, ωστόσο επτά και πλέον χρόνια μετά εξακολουθεί να παράγει πολιτικές εντάσεις, διπλωματικές εκκρεμότητες και ερωτήματα για το κατά πόσο εφαρμόζονται στην πράξη όσα συμφωνήθηκαν μεταξύ της Αθήνας και της τότε κυβέρνησης των Σκοπίων.
Μια λεπτομέρεια με σημασία που ενδεχομένως διαφεύγει της κοινής γνώμης είναι ότι τη συμφωνία για λογαριασμό της ελληνικής πλευράς δεν υπέγραψε ο Αλέξης Τσίπρας –ο οποίος προτίμησε έτσι έξυπνα και… πονηρά να καθίσει σε δεύτερο πλάνο– αλλά ο τότε υπουργός Εξωτερικών, Νίκος Κοτζιάς.
Η πρόσφατη παρέμβαση λοιπόν της υφυπουργού Εξωτερικών, Αλεξάνδρας Παπαδοπούλου, με αίτημα την αφαίρεση αναθεωρητικών και αλυτρωτικών αναφορών από τα σχολικά βιβλία της Βόρειας Μακεδονίας επαναφέρει το όλο ζήτημα με ιδιαίτερη ένταση. Και αναδεικνύει μια πραγματικότητα που δύσκολα μπορεί να παρακαμφθεί: η ονομασία της γειτονικής χώρας δεν ήταν εν τέλει το μοναδικό ζητούμενο της συμφωνίας. Η Αθήνα ζητά πλέον επισήμως αλλαγές στα σχολικά εγχειρίδια των γειτόνων, υποστηρίζοντας ότι ορισμένες διατυπώσεις παραβιάζουν τόσο τη Συμφωνία των Πρεσπών όσο και το ίδιο το σύνταγμα της Βόρειας Μακεδονίας. Η παρέμβαση αφορά, μεταξύ άλλων, αναφορές στη λεγόμενη «πυρηνική Μακεδονία», αλλά και ιστορικές περιγραφές που η ελληνική πλευρά θεωρεί προβληματικές. Και από την άλλη πλευρά έχει σήμερα συνομιλητή της μια σκληρή, εθνικιστική κυβέρνηση, με τον ίδιο τον πρωθυπουργό της Βόρειας Μακεδονίας, Χρίστιαν Μίτσκοσκι να μη χάνει ευκαιρία να μιλήσει για τη «Δημοκρατία της Μακεδονίας» και να παραβιάσει έτσι κατάφωρα τη Συμφωνία των Πρεσπών.
Η στάση Τσίπρα και οι δυσκολίες εφαρμογής
Την ίδια στιγμή ωστόσο, στην Ελλάδα, πριν από λίγους μήνες σε συνέντευξή του ο κ. Τσίπρας δήλωσε υπερήφανος για την επιλογή του και υποστήριξε ότι επέδειξε «πατριωτική ευθύνη» με την υπογραφή της συμφωνίας, παρά το πολιτικό κόστος. Επικαλέστηκε μάλιστα τα γεωπολιτικά οφέλη της συμφωνίας και τη δυνατότητα της Ελλάδας να διαδραματίσει αναβαθμισμένο ρόλο στην περιοχή. Η τοποθέτηση αυτή αποκτά λοιπόν ιδιαίτερο ενδιαφέρον στη σημερινή συγκυρία. Διότι η πολιτική υπεράσπιση της συμφωνίας από τον βασικό πρωταγωνιστή της δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τις αντικειμενικές δυσκολίες που εξακολουθούν να καταγράφονται στην εφαρμογή της.
Μένει συνεπώς να αιωρείται το κρίσιμο ερώτημα: αποτέλεσε η Συμφωνία των Πρεσπών μια ολοκληρωμένη διπλωματική διευθέτηση για όλα τα ανοιχτά ζητήματα ανάμεσα στην Αθήνα και στα Σκόπια; Και αν ναι, τότε γιατί εξακολουθούν να υπάρχουν ζητήματα που απαιτούν παρεμβάσεις της ελληνικής πλευράς;
Η Συμφωνία των Πρεσπών προέβλεπε, για παράδειγμα, καθορισμένες υποχρεώσεις για την αποτροπή του αλυτρωτισμού, αλλά και τη λειτουργία μεικτής επιτροπής εμπειρογνωμόνων για την εξέταση ιστορικών, αρχαιολογικών και εκπαιδευτικών θεμάτων. Τα σχολικά βιβλία συνεπώς δεν αποτελούν κάποια δευτερεύουσα λεπτομέρεια, αλλά μέρος του ίδιου του πλαισίου που συμφωνήθηκε το 2018 ανάμεσα στις δύο κυβερνήσεις.
Η παρακαταθήκη της συμφωνίας και η θέση της ΝΔ
Σήμερα, η Αθήνα υποστηρίζει ότι υπάρχουν ορισμένες διατυπώσεις στα σχολικά βιβλία που πρέπει να διορθωθούν. Η παρέμβαση της κυρίας Παπαδοπούλου δείχνει ότι το ζήτημα παραμένει ανοιχτό και ότι η ελληνική κυβέρνηση αναμένει συγκεκριμένη ανταπόκριση από τη γειτονική χώρα, ωστόσο παραμένει εξαιρετικά αμφίβολο εάν θα τη λάβει. Η αντιπαράθεση αυτή επαναφέρει παράλληλα και αναπόφευκτα την πολιτική παρακαταθήκη του κ. Τσίπρα, ο οποίος όμως «δεν βλέπει, δεν ακούει και δεν μιλάει» ως προς τις εκκρεμότητες και τις δεσμεύσεις της Συμφωνίας των Πρεσπών που δεν διασφαλίστηκαν επαρκώς.
Κι αν κάποιος είτε από την ΕΛΑΣ του κ. Τσίπρα είτε από τα υπόλοιπα κόμματα της αντιπολίτευσης μπαίνει στον πειρασμό να εγκαλέσει την κυβέρνηση της ΝΔ γι’ αυτό, δυστυχώς για εκείνους η απάντηση είναι απλή και αντικειμενική: ότι με παρρησία ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε δηλώσει ήδη από τον χρόνο υπογραφής της συμφωνίας από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ πως πρόκειται για μία κακή συμφωνία, αλλά ισχύει το pacta sunt servanta. Οτι δηλαδή μια διεθνής συμφωνία δεν μπορεί να καταργηθεί, παρά μόνο να βελτιωθεί. Αρκεί όμως ο συνομιλητής από την άλλη πλευρά να έχει τη διάθεση να καθίσει στο ίδιο τραπέζι και να προχωρήσει σε ουσιαστικές βελτιώσεις και όχι σε… ακροβατισμούς.
Κοινώς, ο κ. Τσίπρας έχει μείνει μόνος του να υπερασπίζεται μια… «αμαρτία» του παρελθόντος, την οποία πληρώνουμε όλοι σήμερα. Μια συμφωνία που εξακολουθεί να δοκιμάζεται στην πράξη αφού δεν κρίνεται από το τι υπογράφηκε, αλλά από το τι εφαρμόζεται…