Οκτώ χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από την ημέρα που η υπογραφή μιας συμφωνίας δίχασε μια ολόκληρη χώρα.

Πρόκειται ασφαλώς για την περίφημη Συμφωνία των Πρεσπών, με την οποία η άλλοτε πΓΔΜ απέκτησε επισήμως το όνομα Βόρεια Μακεδονία. Με τη «βούλα» βεβαίως του Νίκου Κοτζιά, τότε υπουργού Εξωτερικών, και υπό το βλέμμα και μόνο του Αλέξη Τσίπρα και του Σκοπιανού ομολόγου του, Ζόραν Ζάεφ, ενώ από την πλευρά της Βόρειας Μακεδονίας την υπογραφή του έβαλε ο ομόλογος του κ. Κοτζιά, Νίκολα Ντιμιτρόφ.

Γράφει η Έρση Παπαδάκη

Το γεγονός ότι τη συμφωνία υπέγραψαν οι δύο ΥΠΕΞ και όχι οι αρχηγοί των δύο κρατών αποτελεί από μόνο του παράδοξο και φανερώνει κατά βάση δύο πράγματα. Πρώτον, τη βιασύνη των δύο πλευρών να κλείσουν το ζήτημα της ονομασίας της γειτονικής χώρας που ήταν ανοιχτό από τις αρχές της δεκαετίας του ’90. Δεύτερον, την προχειρότητα με την οποία αντιμετώπισαν ένα τόσο σοβαρό εθνικό ζήτημα, προκαλώντας έτσι αντιδράσεις και στις δύο πλευρές.

Προκλήσεις εθνικιστών

Εκτός όμως από τις αντιδράσεις παραμένουν και τα προβλήματα που δεν έχουν λυθεί, κυρίως από την πλευρά των Σκοπίων, καθώς η σημερινή κυβέρνηση των εθνικιστών αμφισβητεί στην πράξη την ισχύ της συμφωνίας και συχνά επαναφέρει στο προσκήνιο τον όρο «Μακεδονία» δίχως επιθετικούς ή άλλους προσδιορισμούς.

Με άλλα λόγια, η στάση της άλλης πλευράς καταδεικνύει πως η Συμφωνία των Πρεσπών δεν μπορεί βάσει του διεθνούς δικαίου να καταργηθεί, αλλά παραμένει προβληματική – όπως τόνιζε τότε ο σημερινός πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, αλλά ο κ. Τσίπρας έκλεινε τ’ αυτιά του. Αντιθέτως, κόμπαζε ότι κατάφερε να λύσει ένα πρόβλημα δεκαετιών και ακόμη και σήμερα υποστηρίζει ότι η υπογραφή της συμφωνίας με τη γειτονική χώρα υπήρξε μια τεράστια επιτυχία της εξωτερικής πολιτικής του.

Μια «επιτυχία» που έδωσε το δικαίωμα στους γείτονες να αυτοπροσδιορίζονται, ιδιαίτερα όταν μιλούν βάσει της συμφωνίας πλέον για «μακεδονική γλώσσα», εγείροντας ζητήματα όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στη Βουλγαρία. Αν και στη συμφωνία ορίζεται πως δεν αναγνωρίζεται εθνότητα, η «μακεδονική γλώσσα» κατά καιρούς έχει δώσει δικαίωμα στους γείτονες να μιλήσουν και για «μακεδονική εθνότητα».

Για την ιστορία, η συμφωνία τέθηκε τυπικά σε ισχύ τον Φεβρουάριο του 2019, όταν επικυρώθηκε και η ένταξη της Βόρειας Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ. Λίγες ημέρες πριν από την υπογραφή της, στους Ψαράδες της Φλώρινας, ο κ. Τσίπρας είχε υποστηρίξει μέσω διαγγέλματος προς τον ελληνικό λαό ότι το κείμενο καλύπτει πλήρως όλες τις προϋποθέσεις που τέθηκαν από την πλευρά της Αθήνας.

Το κρίσιμο ερώτημα ωστόσο παραμένει σήμερα εάν η Ελλάδα δικαιούται να εγείρει ενστάσεις όσον αφορά την ενταξιακή πορεία της Βόρειας Μακεδονίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση, εφόσον δεν τηρείται από την πλευρά των Σκοπίων η Συμφωνία των Πρεσπών.

Με βάση το γράμμα του νόμου –ήτοι το ακριβές κείμενο της συμφωνίας– η Αθήνα πράγματι δικαιούται να προβάλλει αυτές τις ενστάσεις εφόσον η πλευρά της Βόρειας Μακεδονίας δεν τηρεί τους όρους που προβλέπονται. Τα γεγονότα όμως μιλούν από μόνα τους και δείχνουν ότι πήραμε λάθος δρόμο από νωρίς…

Αμέσως μετά την υπογραφή της συμφωνίας, ο πρόεδρος της πΓΔΜ, Γκεόργκι Ιβανόφ αρνήθηκε να προσυπογράψει το κείμενο και απείλησε τον τότε πρωθυπουργό Ζάεφ με φυλάκιση, ισχυριζόμενος ότι έφερε μια συμφωνία που καθιστά τη «Δημοκρατία της Μακεδονίας» υποτελή ενός ξένου κράτους. Λίγο αργότερα, το δημοψήφισμα που έγινε για την αποδοχή της συμφωνίας κηρύχθηκε άκυρο λόγω μικρής συμμετοχής.

Η ατολμία Καμμένου

Ηταν σχεδόν την ίδια περίοδο όπου στην Αθήνα ο κ. Κοτζιάς παραιτήθηκε με αιχμές για τον «συγκυβερνήτη» του κ. Τσίπρα, Πάνο Καμμένο, ο οποίος όμως είχε διαχωρίσει τη θέση του, αλλά δεν τόλμησε να… ρίξει την κυβέρνηση. Γεγονός που λίγο αργότερα οδήγησε πρακτικά στη διάλυση του κόμματός του και την προσχώρηση των περισσοτέρων βουλευτών του στον ΣΥΡΙΖΑ.