Η δημιουργία κόμματος από τη Μαρία Καρυστιανού έχει προκαλέσει σύγχυση στο επιτελείο του Αλέξη Τσίπρα.

Η πρόσφατη συζήτηση που άνοιξε στη δημόσια σφαίρα μετά τη βούληση της Μαρίας Καρυστιανού για τη δημιουργία νέου πολιτικού κόμματος έρχεται να ταράξει περαιτέρω τα ήδη θολά νερά στον χώρο των μικρών κομμάτων της αντιπολίτευσης.

Τα πρώτα δημοσκοπικά στοιχεία, αλλά και η γενικότερη αίσθηση που αποτυπώνεται στον δημόσιο διάλογο συγκλίνουν σε ένα συμπέρασμα: το πολιτικό σκηνικό σε αυτό το τμήμα του φάσματος θυμίζει περισσότερο κινούμενη άμμο παρά σταθερό έδαφος.

Οι ισορροπίες μεταβάλλονται διαρκώς, οι βεβαιότητες καταρρέουν και οι πολιτικοί παίκτες καλούνται να κινηθούν σε ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας.

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται και οι κινήσεις του πρώην πρωθυπουργού, Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος μετά την παρουσίαση του βιβλίου του στην Αθήνα και την Πάτρα ετοιμάζεται να το παρουσιάσει και στη Θεσσαλονίκη το ερχόμενο Σάββατο. Οι εμφανίσεις αυτές, αν και επισήμως έχουν και αναστοχαστικό χαρακτήρα, αντιμετωπίζονται από πολλούς του συγκεκριμένου χώρου ως πολιτικά γεγονότα με βαρύνουσα σημασία. Κάθε λέξη, κάθε αναφορά, κάθε υπαινιγμός αναλύονται σχολαστικά από φίλους και αντιπάλους, σε μια προσπάθεια να ανιχνευθούν οι πραγματικές προθέσεις του πρώην πρωθυπουργού.

Ωστόσο, σύμφωνα με πολιτικούς παρατηρητές, τόσο ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας όσο και το επιτελείο του δείχνουν να βρίσκονται σε κατάσταση σύγχυσης ως προς τα επόμενα βήματα. Το ερώτημα που πλανάται είναι αν θα υπάρξει μια πιο ενεργή πολιτική επιστροφή με νέο κόμμα ανεξαρτήτως των δημοσκοπικών δεδομένων της στιγμής, αν θα επιχειρηθεί η ανασύνθεση του ευρύτερου προοδευτικού χώρου ή αν, αντιθέτως, θα επιλεγεί μια πιο έμμεση παρέμβαση μέσω ιδεών, παρεμβάσεων και δημόσιου λόγου. Η απουσία ξεκάθαρης στρατηγικής τροφοδοτεί τη φημολογία και εντείνει την αίσθηση αδιεξόδου.

Το αδιέξοδο αυτό γίνεται ακόμη πιο εμφανές αν ληφθεί υπ’ όψιν η κατάσταση στον χώρο της αντιπολίτευσης. Τα μικρά κόμματα, που άλλοτε προσδοκούσαν να καρπωθούν τη φθορά των μεγαλύτερων πολιτικών σχηματισμών, σήμερα φαίνεται να ανταγωνίζονται μεταξύ τους για περιορισμένα ποσοστά και για μια θέση στο πολιτικό προσκήνιο. Οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν ρευστότητα, με μετακινήσεις ψηφοφόρων που δεν ακολουθούν σταθερά μοτίβα, αλλά καθοδηγούνται συχνά από συγκυριακά γεγονότα, πρόσωπα και επικοινωνιακές εξάρσεις.

Η προοπτική δημιουργίας νέου κόμματος από τη Μαρία Καρυστιανού λειτουργεί ως καταλύτης σε αυτή τη διαδικασία. Για ορισμένους ψηφοφόρους, μια νέα πολιτική πρόταση μπορεί να εκληφθεί ως διέξοδος από την απογοήτευση και την κόπωση που προκαλούν τα ήδη υπάρχοντα σχήματα, κυρίως στον χώρο της αντιπολίτευσης. Για άλλους, όμως, αποτελεί έναν ακόμη παράγοντα κατακερματισμού, που δυσκολεύει τη συγκρότηση ενός συνεκτικού αντιπολιτευτικού μετώπου. Σε κάθε περίπτωση, η συζήτηση αυτή επηρεάζει άμεσα και έμμεσα όλους τους εμπλεκόμενους.

Σε ό,τι αφορά τον πρώην πρωθυπουργό, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η στάση των λεγόμενων πολιτικών «βραχιόνων» και των μιντιακών «χορηγών», οι οποίοι, σύμφωνα με αναλυτές, εμφανίζονται σε κατάσταση απογοήτευσης ή ακόμη και… απόγνωσης. Ο σχεδιασμός που είχαν κάνει, βασισμένος σε συγκεκριμένα σενάρια αναδιάταξης του πολιτικού σκηνικού, φαίνεται να ανατρέπεται εκ βάθρων. Τα δεδομένα αλλάζουν γρηγορότερα απ’ όσο μπορούν να προσαρμοστούν οι επικοινωνιακές στρατηγικές, με αποτέλεσμα το εγχείρημα με το κόμμα που προωθούσαν να μην προχωρά όπως είχε αρχικά υπολογιστεί.

Σε αυτό το περιβάλλον, ο Αλέξης Τσίπρας καλείται να πάρει αποφάσεις που δεν είναι ούτε απλές ούτε ανώδυνες. Από τη μία πλευρά, η πολιτική του παρακαταθήκη και η εμπειρία του ως πρώην πρωθυπουργού τού προσδίδουν ακόμη βαρύτητα και αναγνωρισιμότητα κυρίως στον αριστερό χώρο.

Από την άλλη, οι ήττες, οι εσωκομματικές συγκρούσεις και η μεταβολή των κοινωνικών συσχετισμών έχουν περιορίσει τα περιθώρια ελιγμών. Κάθε επιλογή εμπεριέχει ρίσκο, είτε αυτό αφορά την ουσιαστική ενεργή επιστροφή είτε τη σταδιακή απομάκρυνση από την πρώτη γραμμή.

Έτσι, η παρουσίαση του βιβλίου του λειτουργεί και ως ένα άτυπο τεστ. Η ανταπόκριση του κοινού, η σύνθεση των παρευρισκομένων, τα μηνύματα που εκπέμπονται και οι αντιδράσεις που προκαλούνται συνιστούν ενδείξεις για το κατά πόσο υπάρχει ακόμη πολιτικό έδαφος που μπορεί να καλλιεργηθεί.

Η Θεσσαλονίκη, με τη δική της πολιτική και κοινωνική δυναμική, θεωρείται από πολλούς κρίσιμος σταθμός σε αυτή τη διαδικασία αποτίμησης. Μάλιστα, με δεδομένο ότι στην πόλη θα βρίσκεται το προσεχές Σάββατο και ο πρωθυπουργός, ο Αλέξης Τσίπρας θέλει να πάρει πόντους από την αναβίωση της πολιτικής κόντρας με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, από τον οποίο βέβαια έχει ηττηθεί έξι φορές.

Παράλληλα, όμως, η εικόνα της «κινούμενης άμμου» στον χώρο των μικρών κομμάτων αναδεικνύει ένα βαθύτερο πρόβλημα: την έλλειψη συνεκτικής αφήγησης και πειστικής πρότασης εξουσίας. Χωρίς σαφές πρόγραμμα, χωρίς ισχυρά κοινωνικά ερείσματα και χωρίς πρόσωπα που να εμπνέουν ευρεία εμπιστοσύνη, οι πολιτικές κινήσεις μοιάζουν περισσότερο με τακτικισμούς παρά με στρατηγικές επιλογές. Αυτό ενισχύει την αποστασιοποίηση των πολιτών και την εντύπωση ότι οι εξελίξεις καθοδηγούνται περισσότερο από προσωπικές φιλοδοξίες παρά από συλλογικά οράματα.

Συνολικά, το πολιτικό τοπίο που διαμορφώνεται μετά τις τελευταίες εξελίξεις είναι περίπλοκο και αντιφατικό. Η βούληση για νέα κόμματα, οι δημοσκοπικές ανακατατάξεις, η αβεβαιότητα γύρω από τον ρόλο του Αλέξη Τσίπρα και η απογοήτευση συγκεκριμένων κέντρων επιρροής συνθέτουν ένα σκηνικό έντονης ρευστότητας.

Το αν αυτή η «κινούμενη άμμος» θα οδηγήσει σε μια νέα ισορροπία στον χώρο του αντισυστημισμού ή σε περαιτέρω αποσύνθεση παραμένει ανοιχτό ερώτημα.

Το μόνο βέβαιο είναι ότι οι επόμενοι μήνες θα είναι καθοριστικοί για το μέλλον της αντιπολίτευσης και για τον τρόπο με τον οποίο θα αναδιαμορφωθεί ο πολιτικός χάρτης της χώρας, κυρίως στον χώρο των μικρών κομμάτων της αντιπολίτευσης.