Ο Αλ Καπόνε βγήκε από τη φυλακή του Αλκατράζ στις 16 Νοεμβρίου 1939 έχοντας πληρώσει όλα τα πρόστιμα και τους οφειλόμενους φόρους.

Γεννημένος σαν σήμερα από οικογένεια μεταναστών στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης τον Ιανουάριο του 1899, ο Αλ Καπόνε εγκατέλειψε το σχολείο στην ηλικία των 12 και έγινε δεκτός σε δύο συμμορίες. Γύρω στο 1920, κατόπιν πρόσκλησης του αρχηγού μιας συμμορίας, Τζόνι Τόριο, ο Καπόνε εγκαταστάθηκε στο Σικάγο. Η ψήφιση της Τροπολογίας για την Ποταπαγόρευση, την ίδια χρονιά, έδινε τότε πολλές ευκαιρίες σε όσους κινούνταν πέρα από τα όρια του νόμου, κάτι που ο Τόριο, με την υποστήριξη του Αλ Καπόνε, σκόπευε να εκμεταλλευτεί στο έπακρο.

Παράλληλα, η συμμορία δραστηριοποιήθηκε και σε νόμιμες επιχειρήσεις, και εδραίωσε μια σημαντική επιρροή σε δημόσιους αξιωματούχους και εργατικά συνδικάτα. Το 1925, ο Καπόνε έγινε αρχηγός της, καθώς ο Τόριο, σοβαρά τραυματισμένος σε μια απόπειρα δολοφονίας του, του παρέδωσε τον έλεγχο και αποσύρθηκε στο Μπρούκλιν. Μέχρι τότε ο Καπόνε είχε ήδη χτίσει τη φήμη του αδίστακτου γκάνγκστερ, μια φήμη που μεγάλωνε όσο αντίπαλες συμμορίες εξαλείφονταν.

Αποκορύφωμα των βίαιων συγκρούσεων μεταξύ συμμοριών ήταν η σφαγή της 14ης Φεβρουαρίου 1929, όταν επτά μέλη ή συνεργάτες των «Μπαγκς» πυροβολήθηκαν από αντίπαλους οι οποίοι παρίσταναν τους αστυνομικούς. Το γεγονός αποδόθηκε στη συμμορία του Καπόνε, αν και ο ίδιος βρισκόταν τότε στη Φλόριντα. Την ίδια χρονιά ενεπλάκη στις δραστηριότητές του το FBI. Είχε προηγηθεί η απροθυμία του να εμφανιστεί ενώπιον του ομοσπονδιακού δικαστηρίου στις 12 Μαρτίου 1929, υποβάλλοντας ένορκη βεβαίωση γιατρού με ημερομηνία 5 Μαρτίου· σύμφωνα με αυτήν, ο Καπόνε έπασχε από βρογχοπνευμονία στο Μαϊάμι, όπου βρισκόταν, και θεωρούνταν επικίνδυνο να ταξιδέψει στο Σικάγο.

Παρά την εν λόγω βεβαίωση, όμως, πράκτορες είχαν ήδη λάβει καταθέσεις βάσει των οποίων ο Καπόνε είχε πραγματοποιήσει δημόσιες εμφανίσεις και ταξίδια υγιής. Τελικά, εμφανίστηκε στο δικαστήριο στις 20 Μαρτίου και ολοκλήρωσε την κατάθεσή του επτά ημέρες αργότερα. Την ώρα, όμως, που αποχωρούσε από την αίθουσα του δικαστηρίου, συνελήφθη για την αρχική αποφυγή να προσέλθει στο δικαστήριο˙ ένα αδίκημα για το οποίο η ποινή μπορούσε να φτάσει έως ένα έτος φυλάκισης και πρόστιμο 1.000 δολαρίων. Τελικά, ο Καπόνε πλήρωσε εγγύηση 5.000 δολαρίων και αφέθηκε ελεύθερος.

Στις 17 Μαΐου, μαζί με τον σωματοφύλακά του συνελήφθη στη Φιλαδέλφεια για κατοχή κρυμμένων όπλων. Μέσα σε 16 ώρες οι δύο άντρες είχαν καταδικαστεί σε ποινές ενός έτους. Ο Καπόνε εξέτισε την ποινή του και αφέθηκε ελεύθερος εννέα μήνες αργότερα λόγω καλής συμπεριφοράς. Στις 28 Φεβρουαρίου 1931, όμως, κρίθηκε για μία ακόμα φορά ένοχος σε ομοσπονδιακό δικαστήριο για αποφυγή παρουσίας ενώπιον δικαστηρίου, και καταδικάστηκε σε έξι μήνες κάθειρξη στη φυλακή της κομητείας Κουκ.

Εν τω μεταξύ, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών είχε στα χέρια του αποδεικτικά στοιχεία που στοιχειοθετούσαν κατηγορίες φοροδιαφυγής για τον ίδιο αλλά και άλλα μέλη της συμμορίας του. Στις 24 Νοεμβρίου καταδικάστηκε σε έντεκα χρόνια φυλάκισης, του επιβλήθηκε πρόστιμο 50 χιλιάδων δολαρίων, πάνω από 7,5 χιλιάδες δολάρια για δικαστικά έξοδα, επιπλέον των 215 χιλιάδων δολαρίων της φοροδιαφυγής με τους τόκους οφειλόμενους σε μορφή φόρου.

Τελικά, αποφυλακίστηκε από το Αλκατράζ στις 16 Νοεμβρίου 1939 έχοντας πληρώσει όλα τα πρόστιμα και τους οφειλόμενους φόρους. Δεν επέστρεψε, όμως, ποτέ δημόσια στο Σικάγο. Η υγεία του δεν βρισκόταν πια στην καλύτερη κατάσταση. Η πάρεση, από την οποία υπόφερε λόγω σύφιλης, είχε επιδεινωθεί σημαντικά με αποτέλεσμα να εισαχθεί σε νοσοκομείο της Βαλτιμόρης για εγκεφαλική θεραπεία.

Έκτοτε παρέμεινε απομονωμένος στο Παλμ Άιλαντ περιβαλλόμενος μόνο από τα κοντινά μέλη της οικογένειάς του. Το 1946, οι γιατροί κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο Καπόνε είχε πια τη νοοτροπία ενός 12χρονου παιδιού. Ο περιβόητος μαφιόζος έφυγε από τη ζωή από εγκεφαλικό επεισόδιο και πνευμονία στις 25 Ιανουαρίου 1947.