Το rebranding του Αλέξη Τσίπρα περνά από τη Θεσσαλία, με καταγγελίες για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, αστήριχτες υποθέσεις και πολιτική μικροκομματική τακτική.

Το rebranding του Αλέξη Τσίπρα επιστρατεύει ξανά τον λαϊκισμό, τις βαριές καταγγελίες και τις θεωρίες περί πολιτικών σκοπιμοτήτων, αυτή τη φορά με φόντο την κτηνοτροφική κρίση και τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Από τις θανατώσεις ζώων μέχρι τις επιδοτήσεις -μαϊμού, ο πρώην πρωθυπουργός συνδέει διαφορετικά ζητήματα σε ένα ενιαίο πολιτικό αφήγημα, χωρίς να παρουσιάζει στη συγκεκριμένη παρέμβαση τα στοιχεία που θα τεκμηρίωναν τους ισχυρισμούς του. Το ερώτημα είναι αν πρόκειται για ουσιαστική ανανέωση πολιτικού λόγου ή για την ανακύκλωση μιας γνώριμης συνταγής καταγγελιών, με νέο επικοινωνιακό περιτύλιγμα.

Συνεχίζεται το rebranding του Αλέξη Τσίπρα, αλλά στη Θεσσαλία το νέο περιτύλιγμα μοιάζει να κρύβει το ίδιο παλιό πολιτικό προϊόν: καταγγελίες, βαριές εκφράσεις και συμπεράσματα που παρουσιάζονται ως αυτονόητα, χωρίς να συνοδεύονται από την τεκμηρίωση που απαιτεί η σοβαρότητα των ισχυρισμών. Αυτή τη φορά, με αφορμή την τραγική απώλεια ζωικού κεφαλαίου από κτηνοτρόφους, ο πρώην πρωθυπουργός επιχείρησε να συνδέσει τη διαχείριση των ζωονόσων με το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, καταλήγοντας σε ένα βολικό πολιτικό αφήγημα: ότι τα ζώα θανατώθηκαν επειδή, διαφορετικά, θα αποκαλύπτονταν οι επιδοτήσεις-μαϊμού. Το ερώτημα, όμως, δεν είναι πόσο εύηχο είναι το σενάριο, αλλά ποια συγκεκριμένα στοιχεία αποδεικνύουν αυτή την αιτιώδη σύνδεση.

Ο Τσίπρας επιστρέφει στις εύκολες καταγγελίες

Εδώ ακριβώς αρχίζει το πρόβλημα της επιχειρηματολογίας του. Από την υπαρκτή κρίση στην κτηνοτροφία περνά στην υπόθεση ότι η πολιτική διαχείριση των ζωονόσων υπαγορεύτηκε από την ανάγκη συγκάλυψης ενός κυκλώματος παράνομων επιδοτήσεων. Πρόκειται για έναν εξαιρετικά σοβαρό ισχυρισμό, ο οποίος δεν τεκμηριώνεται απλώς με την επίκληση του ΟΠΕΚΕΠΕ ή με αναφορές σε «γαλάζια παιδιά». Χρειάζονται αποδείξεις για το ποιοι έλαβαν παράνομα χρήματα, ποια απόφαση επηρεάστηκε, από ποιον και με ποιον τρόπο. Χωρίς αυτά, η πολιτική καταγγελία κινδυνεύει να μετατραπεί σε θεωρία που εξηγεί τα πάντα, αλλά δεν αποδεικνύει τίποτα. Και το rebranding, όσο επιμελημένο κι αν είναι, δεν υποκαθιστά την τεκμηρίωση.

Ανάλογα ερωτήματα προκαλεί και η παρουσίαση του εμβολιασμού ως της προφανούς λύσης που θα απέτρεπε τις θανατώσεις. Η αντιμετώπιση μιας ζωονόσου δεν είναι πολιτικό σύνθημα ούτε ζήτημα επιλογής ανάμεσα σε μια εύκολη και μια παράλογη λύση. Εξαρτάται από το συγκεκριμένο νόσημα, τα διαθέσιμα εμβόλια, την επιδημιολογική εικόνα και τους εφαρμοστέους κτηνιατρικούς και ευρωπαϊκούς κανόνες. Επομένως, πριν αποδοθούν οι θανατώσεις σε πολιτική σκοπιμότητα, οφείλει να εξηγηθεί ποια εναλλακτική ήταν πράγματι διαθέσιμη, αν ήταν επιστημονικά και θεσμικά εφαρμόσιμη και ποιες συνέπειες θα είχε. Η αγωνία των κτηνοτρόφων είναι πραγματική και δεν χρειάζεται πολιτική σκηνοθεσία για να αναδειχθεί. Ακριβώς γι’ αυτό, η συζήτηση οφείλει να στηρίζεται σε επιστημονικά δεδομένα και όχι σε εκ των υστέρων βεβαιότητες.

Στο ίδιο μοτίβο εντάσσεται η καταγγελία περί «γαλάζιων ακρίδων» και η αντιπαραβολή της Ελλάδας της παραγωγής με εκείνη της διαφθοράς. Οι παράνομες επιδοτήσεις, εφόσον αποδεικνύονται, πρέπει να ερευνώνται και να τιμωρούνται, ενώ οι πραγματικοί παραγωγοί δικαιούνται διαφανείς ενισχύσεις και ουσιαστική στήριξη. Όμως η γενίκευση, οι χαρακτηρισμοί και η απόδοση ενιαίων προθέσεων σε μια ολόκληρη πολιτική πλευρά δεν αποτελούν από μόνα τους σχέδιο εξυγίανσης. Ούτε αρκεί η απαίτηση για πλήρη αποζημίωση και ανασύσταση των κοπαδιών, χωρίς συγκεκριμένη εξήγηση για τη νομική βάση, τους διαθέσιμους ευρωπαϊκούς πόρους, το χρονοδιάγραμμα και τους όρους εφαρμογής. Οι παραγωγοί χρειάζονται λύσεις που μπορούν να υλοποιηθούν, όχι μόνο έναν ακόμη γύρο πολιτικής αγανάκτησης.

Κάπως έτσι, το πολυδιαφημισμένο rebranding καταλήγει να δοκιμάζεται πάνω στην παλιά συνταγή της αντιπολιτευτικής καταγγελίας. Καφενεία, τσιπουράδικα, ιστορίες καθημερινής πίεσης και πραγματικά προβλήματα συνθέτουν το σκηνικό μιας περιοδείας που επιχειρεί να εμφανίσει τον Τσίπρα ως εκφραστή του «πραγματικού κόσμου». Όμως η επαφή με την κοινωνία δεν μετατρέπει αυτομάτως κάθε πολιτική ερμηνεία σε αποδεδειγμένο γεγονός. Και η φράση «δεν πρέπει να κερδίσεις τον Μητσοτάκη, πρέπει να κερδίσεις τον λαό» μπορεί να λειτουργεί ως επικοινωνιακό σύνθημα, δεν απαντά όμως στα ερωτήματα για την κτηνοτροφία και τις επιδοτήσεις. Αν ο στόχος είναι μια νέα πολιτική εικόνα, το δύσκολο μέρος δεν είναι να αλλάξει το λεξιλόγιο ή το σκηνικό, αλλά να εγκαταλειφθεί η ευκολία των μεγάλων κατηγοριών και να παρουσιαστούν αποδείξεις, συγκεκριμένες προτάσεις και εφαρμόσιμες λύσεις. Διαφορετικά, το rebranding κινδυνεύει να μοιάζει περισσότερο με επανακυκλοφορία του ίδιου πολιτικού αφηγήματος παρά με ουσιαστική ανανέωση.