Το άλλοτε πρωτοπαλίκαρο του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς και συνεργάτης του Ράντοβαν Κάρατζιτς δεν παραδέχθηκε ποτέ τα εγκλήματά του και κυρίως τον ρόλο του στη σφαγή της Σρεμπρένιτσα.
Ήταν Πέμπτη απόγευμα όταν χτύπησε το τηλέφωνο σε ένα σπίτι κοντά στο Βελιγράδι. Στην άλλη άκρη της γραμμής, ένα μέλος της οικογένειας Μλάντιτς επιβεβαίωνε αυτό που η Ευρώπη περίμενε με τον έναν ή τον άλλο τρόπο εδώ και τριάντα ένα χρόνια: ο Ράτκο Μλάντιτς, ο στρατηγός που κατέκτησε μια γωνία της Ιστορίας, αιώνια λεκιασμένη με το παρωνύμιο «χασάπης της Βοσνίας», πέθανε στο νοσοκομείο των φυλακών στη Χάγη.
Ήταν 84 ετών, ο ίδιος έλεγε ότι ήταν έναν χρόνο μικρότερος απ’ ό,τι έγραφαν τα επίσημα χαρτιά για το πρωτοπαλίκαρο του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς και δεξιού χεριού του άλλοτε ηγέτη των Σέρβων της Βοσνίας, Ράντοβαν Κάρατζιτς. Οι τρεις άνθρωποι που βούτηξαν τα χέρια τους στα μεγαλύτερα ποτάμια αίματος αμάχων που χύθηκαν σε ευρωπαϊκό έδαφος μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ο Ράτκο Μλάντιτς είχε καταδικαστεί από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο της Χάγης για τα εγκλήματά του στην πρώην Γιουγκοσλαβία, για γενοκτονία, εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, και μεταξύ άλλων για τον ρόλο του στην πολιορκία του Σαράγεβο και κυρίως για τη σφαγή της Σρεμπρένιτσα τον Ιούλιο του 1995.
Μαζικές δολοφονίες
Στις 11 Ιουλίου 1995, καθώς οι δυνάμεις του κατέλαβαν τον θύλακα της Σρεμπρένιτσα, μια «ασφαλή περιοχή» υπό την προστασία του ΟΗΕ, ο Μλάντιτς μπήκε ως θριαμβευτής στην πλατεία της πόλης με κάμερες να τον καταγράφουν να μοιράζει καραμέλες σε παιδιά μουσουλμάνων που είχαν μαζευτεί εκεί. Χάιδεψε, μάλιστα, και το κεφάλι ενός αγοριού, διαβεβαιώνοντας τους πάντες πως κανείς δεν θα πάθει κακό. Οι Ολλανδοί κυανόκρανοι του ΟΗΕ, που είχαν αναλάβει να προστατεύσουν τον θύλακα, δεν αντέδρασαν.
Λίγες ώρες αργότερα, οι άντρες του ξεκίνησαν τον διαχωρισμό ανδρών και αγοριών. Πάνω από 8.000 Βόσνιοι μουσουλμάνοι από δώδεκα έως εβδομήντα ετών δολοφονήθηκαν με τα χέρια δεμένα πίσω και θάφτηκαν σε ομαδικούς τάφους· μερικοί εκταφιάστηκαν αργότερα και μεταφέρθηκαν σε απομακρυσμένα βουνά για να κρυφτούν τα στοιχεία.
«Περισσότεροι από 8.000 μουσουλμάνοι, άντρες και έφηβοι, βασανίστηκαν και εκτελέστηκαν μετά την παράδοση της πόλης στις σερβικές δυνάμεις υπό την ηγεσία του στρατηγού Ράτκο Μλάντιτς να αποτελεί το πιο επαίσχυντο παράδειγμα», γράφει ο John Connolly, στο μυθιστόρημά του «Οι ανώνυμοι» (εκδ. Bell), το οποίο έγραψε μετά από μεγάλη έρευνα για τη δράση Σέρβων υπερθνικιστών μαφιόζων που μετά τα τρομερά τους εγκλήματα διέφυγαν στην Ευρώπη όπου έστησαν και λειτούργησαν μεγάλα δίκτυα οργανωμένου εγκλήματος.
Πριν από τη σφαγή, ο Μλάντιτς είχε καλέσει τον Ολλανδό διοικητή της δύναμης του ΟΗΕ σε ένα δωμάτιο όπου ένα ζωντανό μεγαλόσωμο αρσενικό γουρούνι ήταν δεμένο στο πάτωμα. Διέταξε τους άντρες του να του κόψουν τον λαιμό. Το αίμα πλημμύρισε το πάτωμα.
«Έτσι συμπεριφερόμαστε στους εχθρούς μας», είπε, σύμφωνα με μάρτυρες. Ήταν το ίδιο πρόσωπο που δύο χρόνια νωρίτερα είχε πολιορκήσει το Σαράγεβο για 1.425 ημέρες –τη μεγαλύτερη πολιορκία πόλης στη σύγχρονη ιστορία– σφυροκοπώντας καθημερινά την πρωτεύουσα με πυροβολικό, άρματα μάχης και ελεύθερους σκοπευτές. Στις 22 Ιουλίου 1993, σχεδόν 4.000 οβίδες έπεσαν στην πόλη μέσα σε μία μέρα. Ως το τέλος της πολιορκίας, 10.000 άνθρωποι, ανάμεσά τους 1.500 παιδιά, ήταν νεκροί.
«Τα σύνορα χαράσσονται με αίμα. Και τα κράτη σημαδεύονται με τάφους», έλεγε ο ίδιος όταν συστηνόταν. Στους στρατιώτες του υποσχόταν πως όσα τους έδινε ως εγγύηση ίσχυαν «σαν να τα έδινε ο ίδιος ο Θεός».
Το 1994, και ενώ ο πόλεμος μαινόταν, η κόρη του Μλάντιτς, η Άννα, φοιτήτρια Ιατρικής, είκοσι τριών ετών, πήρε από την ειδική βιτρίνα το αγαπημένο περίστροφο του πατέρα της και αυτοκτόνησε, συντετριμμένη, σύμφωνα με φίλους της οικογένειας, απ’ όσα εκείνος έκανε στον πόλεμο.
Ο Μλάντιτς δεν συμφιλιώθηκε ποτέ με την αιτία της αυτοκτονίας της κόρης του. Προτίμησε να υιοθετήσει μια σειρά από θεωρίες συνωμοσίας που έριχναν την ευθύνη σε άλλους και κυρίως στη «δυτική προπαγάνδα». Συνέχισε να επισκέπτεται τον τάφο της για χρόνια, ακόμα και όταν ήταν διεθνώς καταζητούμενος, με τη συνοδεία πολυμελούς ομάδας μπράβων.
Αντίστροφη μέτρηση
Τα χρόνια που ακολούθησαν ο Μλάντιτς κινούνταν ανάμεσα σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις, παίζοντας πινγκ πονγκ ή σκάκι με παλιούς συντρόφους του. Παρέμεινε στο Βελιγράδι υπό την προστασία του Μιλόσεβιτς, παρακολουθώντας ακόμη και τον ποδοσφαιρικό αγώνα Γιουγκοσλαβίας-Κίνας το 2000.
Μετά την πτώση του Μιλόσεβιτς τον ίδιο χρόνο και τη σύλληψή του το 2001, ο Μλάντιτς αναγκάστηκε να περάσει στην παρανομία, με την προστασία του σερβικού στρατού και των μυστικών υπηρεσιών, ενώ η σύζυγός του, Μπόσιλκα, και ο γιος του, Ντάρκο, προσπάθησαν να τον κηρύξουν νεκρό, ώστε να πάψουν να τον κυνηγούν, αλλά δεν το κατάφεραν. Συνελήφθη τον Μάιο του 2011, σε μια αγροικία κοντά στο Βελιγράδι, μόνος, με δύο γεμάτα πιστόλια δίπλα του χωρίς ν’ αντισταθεί. «Συγχαρητήρια», είπε στους αστυνομικούς που έμπαιναν στο δωμάτιο. «Είμαι αυτός που ψάχνατε».
Η δίκη κράτησε τέσσερα χρόνια, με πάνω από 500 συνεδριάσεις και σχεδόν 600 μάρτυρες. Το 2014, σε ακρόαση για την υπόθεσή του, ο Μλάντιτς δήλωσε στους δικαστές: «Δεν αναγνωρίζω αυτό το δικαστήριο». Όταν το 2017 τού ανακοινώθηκε η ισόβια κάθειρξη, φώναξε πως όλα ήταν ψέματα και αποβλήθηκε βίαια από την αίθουσα.
Ανάμεσα στους παρευρισκόμενους ήταν και ο Φικρέτ Άλιτς, ο κρατούμενος που η εικόνα του που έμοιαζε με ακτινογραφία βασανισμένου ανθρώπου, πίσω από συρματόπλεγμα σε στρατόπεδο των Βοσνίων Σέρβων το 1992, είχε κάνει τον γύρο του κόσμου. Ο ίδιος κατόρθωσε να πει «επιτέλους, αποδόθηκε δικαιοσύνη». Και κάποιοι άλλοι, απλώς, έκλαψαν.