Η υπόθεση της πρώην ευρωβουλευτού Άννας Ασημακοπούλου, για την οποία η εισαγγελική αρχή ζήτησε (σε επίπεδο πρωτοδικείου) την καταδίκη της και η απόφαση αναμένεται να εκδοθεί τη Δευτέρα, δεν είναι μια απλή ποινική υπόθεση.

Και κυρίως δεν αφορά μόνο τους πολιτικούς.

Προσωπικά όχι μόνο δεν έχω ποτέ σχολιάσει δικαστικές αποφάσεις, αντίθετα έχω υπερασπιστεί τη Δικαιοσύνη και τους λειτουργούς της, σέβομαι τις αποφάσεις τους και –παρά τη διαρκή έκθεσή μου στα μέσα ενημέρωσης– όταν μια υπόθεση βρίσκεται στη Δικαιοσύνη αρνούμαι να εμπλακώ, εκφράζοντας οποιαδήποτε γνώμη, θετική ή αρνητική.

Κι αυτό διότι πιστεύω με πάθος στη διάκριση των εξουσιών και στην ισότητα μεταξύ των πολιτών, ανεξαρτήτως της θέσης που κατέχουν στον δημόσιο βίο.

Η μόνη φορά που ύψωσα –και συνεχίζω να υψώνω– τη φωνή μου είναι η περίπτωση των μεθόδων που χρησιμοποιεί η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, με οδηγίες της επικεφαλής της Λάουρα Κοβέσι. Γιατί στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, η Ελληνική Αστυνομία και η Ελληνική Δικαιοσύνη δούλεψαν για να φθάσουμε σε συλλήψεις και να καθίσουν κάποιοι στο εδώλιο του κατηγορουμένου.

Η κ. Κοβέσι έχει αποδείξει ότι ασχολείται περισσότερο με τις κατηγορίες κατά πολιτικών, την κατάργηση της διάκρισης των εξουσιών και τη δημιουργία κράτους δικαστών – τις συνέπειες του οποίου ζήσαμε στην Ιταλία.

Το παράδειγμα της Ιταλίας και οι «Αρχάγγελοι της Κάθαρσης»

Οπως πολλές φορές έχω γράψει, η χαρακτηριστικότερη περίπτωση είναι η περίφημη επιχείρηση «Καθαρά χέρια» στην Ιταλία, το 1991, για την υπόθεση «Μιζόπολη».

Με πρωταγωνιστές τους δικαστές του Μιλάνου και επικεφαλής τον εισαγγελέα-σταρ Αντόνιο ντι Πιέτρο, που φορούσε επιμελώς ατημέλητα την τήβεννό του πάνω από το μπλουτζίν του, αποκαλύφθηκαν μια σειρά σκάνδαλα παράνομης χρηματοδότησης του Σοσιαλιστικού Κόμματος από τους ισχυρούς του χρήματος.

Ο αρχηγός του κόμματος και πρώην πρωθυπουργός Μπετίνο Κράξι ανακρίθηκε από τον Ντι Πιέτρο και το 1994 διέφυγε στην Τυνησία, όπου παρέμεινε φυγόδικος έως τον θάνατό του, το 2000.

Παράλληλα, διαλύθηκαν τα παραδοσιακά κόμματα, πολιτικοί βρέθηκαν στη φυλακή και μερικοί από αυτούς αυτοκτόνησαν πηδώντας από τα παράθυρα – ένας από αυτούς αθωώθηκε μετά θάνατον!

Το 2008 η ιταλική Αριστερά κατέληξε να ξεμείνει από στελέχη, διότι συνελήφθησαν όλοι μέσα σε έναν μήνα για χρηματισμό! Ανάμεσά τους βουλευτές, δήμαρχοι (στη δήμαρχο της Νάπολι επιβλήθηκε κατ’ οίκον περιορισμός, αν και είχε εκλεγεί ως… νέα και αδιάφθορη), σε μια ολόκληρη επαρχία, τη Βασιλικάτα, το Δημοκρατικό Κόμμα (που εμφανίστηκε ως κόμμα νέων και αδιάφθορων) έμεινε ακέφαλο, λόγω της σύλληψης όλων των στελεχών του με την κατηγορία της διαπλοκής με τη Μαφία.

Ο ίδιος ο Ντι Πιέτρο, αφού έστειλε στο εδώλιο 248 ανθρώπους, ίδρυσε δικό του κόμμα, την «Ιταλία των Αξιών». Στις εκλογές του 2006 εξέλεξε 20 βουλευτές και 5 γερουσιαστές, συνεργάστηκε με το Δημοκρατικό Κόμμα το 2008, έγινε υπουργός Υποδομών και Δημοσίων Εργων και τελικά αποχώρησε καταγγέλλοντας την Αριστερά για σταλινισμό!

Είχε προηγουμένως διακόψει τις έρευνές του, δηλώνοντας πως είχε να διαλέξει μεταξύ της προσωπικής του αξιοπρέπειας και της αξιοπιστίας του ιταλικού δικαστικού σώματος και της συνέχισης ενός μάταιου αγώνα προκειμένου να συλληφθούν μερικοί εγκληματίες και να γλιτώσουν όλοι οι υπόλοιποι.

Μάλιστα, τον Σεπτέμβριο του 1998, ο «Αρχάγγελος της Κάθαρσης», ως γερουσιαστής πλέον, πρότεινε τη… μερική απονομή χάριτος στους «πολιτικούς που έχουν διαπράξει εγκλήματα διαφθοράς ορισμένου τύπου»!

Δηλαδή, «στις περιπτώσεις που δεν υπήρξε προσωπικός πλουτισμός, όπως για παράδειγμα στις περιπτώσεις παράνομης χρηματοδότησης πολιτικών κομμάτων».

«Με νίκησε η Μαφία»!

Δέκα χρόνια αργότερα, τον Δεκέμβριο του 2008, αποκαλύφθηκε εμπλοκή του γιου του Ντι Πιέτρο, του 35χρονου Κριστιάνο ντι Πιέτρο, σε σκάνδαλο διαφθοράς, μετά τη δημοσιοποίηση τηλεφωνικών συνομιλιών με ανώτερο υπάλληλο της τοπικής αυτοδιοίκησης της Νάπολι και του υπουργείου Υποδομών.

Εκεί, ο γιος του Ντι Πιέτρο ακουγόταν να ζητεί να υπογραφούν συμβάσεις ώστε να ευνοηθούν γνωστά πρόσωπα, όπως αρχιτέκτονες, πολιτικοί μηχανικοί κ.λπ.

Ο Κριστιάνο συνελήφθη και παραιτήθηκε από το κόμμα του πατέρα του, σκληρού πολέμιου του Μπερλουσκόνι, ο οποίος ωστόσο δήλωσε: «Ευτυχώς, εγώ είμαι πατέρας των δικών μου παιδιών». Με τον Ντι Πιέτρο να απαντά ότι «δεν είναι σωστό να χρησιμοποιούνται τα παιδιά για να τροφοδοτείται η πολιτική αντιπαράθεση». Το οποίο «παιδί» μια χαρά εκμεταλλεύτηκε το υπουργικό αξίωμα του πατέρα του.

Φτάσαμε έτσι στον Ιούλιο του 2013, όταν σχεδόν όλοι οι εκλεγμένοι (57 από τους 60) στην τοπική βουλή της Καμπανίας, στη Νότια Ιταλία, βρέθηκαν αντιμέτωποι με έρευνες για παράτυπες και αδικαιολόγητα υψηλές δαπάνες για αγαθά και υπηρεσίες από τηλεοράσεις μέχρι κομμώσεις και συνδρομές σε ιδιωτικά κλαμπ.

Ενα από τα κόμματα που βρέθηκαν στο επίκεντρο της δικαστικής έρευνας για κατάχρηση δημόσιου χρήματος ήταν και αυτό του Αντόνιο ντι Πιέτρο. Σύμφωνα με τους εισαγγελείς, οι δαπάνες των εκλεγμένων του κόμματος «Ιταλία των Αξιών» του Ντι Πιέτρο θεωρούνταν «παράτυπες και ύποπτες» σε ποσοστό της τάξης του 95%. Τότε ήταν που ο «Τονίνο» παραιτήθηκε από υπουργός, με την περίφημη φράση «με νίκησε η Μαφία»!

Με τι πραγματικά έχουμε να κάνουμε!

Αλλά εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με τον κίνδυνο δημιουργίας κράτους δικαστών.

Οι δικαστές μας έχουν γαλουχηθεί με τις αρχές της Δημοκρατίας, έχουν ηρωικά και γενναία πρότυπα από την υπόθεση Λαμπράκη και από την εποχή της χούντας, όταν οι πρόγονοί τους του ΣτΕ άκουγαν, χωρίς να δειλιάζουν, τον Παττακό να λέει «το καθεστώς είναι επανάστασις και κόβει κεφάλια».

Δεν έχουμε καν να κάνουμε με τον περίφημο νομικό λαϊκισμό. Ολος ο κόσμος έξω –εκτός από αυτούς που αν δαγκώσουν τη γλώσσα τους θα δηλητηριαστούν και οι οποίοι δηλώνουν πως «δεν υπάρχει Δικαιοσύνη, δεν υπάρχει κράτος δικαίου», βρίζοντας τους δικαστές από το πρωί μέχρι το βράδυ– αναρωτιέται ποιο ήταν το έγκλημα της Ασημακοπούλου, όταν επίσης από το πρωί μέχρι το βράδυ το γραμματοκιβώτιό μας γεμίζει mails, από κάθε λογής αποστολέα, και η Τεχνητή Νοημοσύνη δημιουργεί τέρατα παραπληροφόρησης.

Η επικοινωνία των πολιτικών με τους πολίτες είναι σημαντική. Προφανώς το ίδιο είναι και τα προσωπικά δεδομένα. Τα mails των πολιτικών είναι δημοσιοποιημένα επισήμως. Λαμβάνουμε καθημερινά δεκάδες μηνύματα –στο mail, στο κινητό, στο γουάτς απ, στο βάιμπερ– και θεωρούμε πως πρόκειται για κάτι το αυτονόητο. Αν εξαιρέσουμε ακραίες περιπτώσεις που περιέχουν απειλές ή ακραίες συκοφαντίες, δεν τρέχουμε όλη μέρα στα δικαστήρια.

Θεωρούμε την επικοινωνία μας με τον κόσμο σημαντικότερη ακόμη και από την προστασία της ίδιας της προσωπικότητάς μας. Και ας λέει ό,τι θέλει η Κοβέσι, που αποφάσισε πως πρέπει να μας υποδείξει ποιο είναι το job description μας, ενώ παραβιάζει το δικό της, κρεμώντας πολιτικούς στα μανταλάκια και καταστρέφοντας ανθρώπους που μπορούσαν να προσφέρουν, αλλά κουλουριάζονται σε μια γωνιά περιμένοντας την αλήθεια να λάμψει και να δικαιωθούν.

Τις περισσότερες φορές είναι αργά. Υπάρχουν και περιπτώσεις δικαστών που έχουν και οι ίδιοι ζήσει τέτοιες οδυνηρές εμπειρίες.

Η σημαντική αποστολή των πρωτοδικών

Αυτό με το οποίο έχουμε να κάνουμε στην περίπτωση της Ασημακοπούλου δεν είναι καν αν μπορεί ένας πολίτης να βρει το δίκιο του σε πρώτο βαθμό – άλλωστε γι’ αυτό υπάρχουν οι άλλοι βαθμοί και ο Αρειος Πάγος.

Είναι κατά πόσον έχει περάσει στον ιερό αγώνα για απονομή δικαιοσύνης η «νοοτροπία Ρασπούτιν» που είχε επικρατήσει στην υπόθεση της Novartis, με βασικό αξίωμα «καταδίκασέ τους τώρα και ας πάνε παρακάτω να απαλλαγούν».

Ουδείς έχει δικαίωμα να υποδείξει στους δικαστές το περιεχόμενο των αποφάσεών τους. Αλλά η πρώτη δίκη είναι σημαντική. Το ίδιο και η αποστολή των πρωτοδικών. Γιατί κρατούν στα χέρια τους τη ζωή των πολιτών μέχρι την ώρα της τελεσίδικης απόφασης, που μπορεί και να τους δικαιώσει. Αλλά τότε μπορεί να είναι αργά…

Από εκεί και πέρα, τα ζητήματα της επικοινωνίας των πολιτικών με τους πολίτες πρέπει να ρυθμιστούν με νόμο, χωρίς ήξεις αφήξεις και ψιλά γράμματα. Για να έχουν και οι δικαστές ένα επιπλέον όπλο στα χέρια τους. Μέχρι τότε, μοναδικό καταφύγιό μας παραμένει η Δικαιοσύνη, που δεν κρίνει πρόσωπα, αλλά πράξεις.