Πολύ μελάνι έχει χυθεί για την υπόθεση της Άννας-Μισέλ Ασημακοπούλου με τα emails και μάλλον η δημοσιότητα που έλαβε είναι αντιστρόφως ανάλογη με τη σοβαρότητα της υπόθεσης.

Βέβαια, κανείς στο γαλάζιο στρατόπεδο δεν αμφισβητεί ότι τα προσωπικά δεδομένα αποτελούν θεμελιώδες δικαίωμα ούτε ότι η Δικαιοσύνη πρέπει να λειτουργεί α λα καρτ.

Ωστόσο, όσο η υπόθεση πλησιάζει προς την πρώτη δικαστική της κατάληξη τόσο περισσότερο επανέρχεται ένα ερώτημα που συζητείται χαμηλόφωνα ακόμη και από ανθρώπους που δεν ανήκουν πολιτικά στον χώρο της Νέας Δημοκρατίας: μήπως κάπου χάθηκε η αίσθηση της αναλογικότητας.

Οπως, μάλιστα, υπογράμμισε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης «σε ανθρώπινο και πολιτικό επίπεδο, να πω ότι είναι εντελώς υποκριτική και κάτι παραπάνω από υπερβολική αυτή η ανθρωποφαγία [...] Σε μια εποχή που κάθε μέρα παίρνουμε εκατοντάδες SMS από ανθρώπους που δεν τους έχουμε δει ποτέ στη ζωή μας, τους αντιμετωπίζουμε περίπου σαν εγκληματίες».

Η κυρία Ασημακοπούλου δεν κατηγορείται ότι χρηματίστηκε, ούτε ότι υπεξαίρεσε δημόσιο χρήμα, ούτε ότι συμμετείχε σε κάποιο κύκλωμα διαφθοράς, ή ότι αξιοποίησε τη θέση της για προσωπικό οικονομικό όφελος. Η υπόθεση αφορά τη χρήση ενός αρχείου ηλεκτρονικών διευθύνσεων και την αποστολή πολιτικού μηνύματος σε εκλογείς του εξωτερικού.

Κι όμως, η δημόσια εικόνα που διαμορφώθηκε πολλές φορές παρέπεμπε σε κάτι πολύ βαρύτερο, ενώ η ίδια πλήρωσε άμεσα πολιτικό κόστος, καθώς τέθηκε εκτός ευρωψηφοδελτίου της Νέας Δημοκρατίας προτού καν υπάρξει δικαστική κρίση.

Μάλιστα, η υπόθεση χρησιμοποιήθηκε από την αντιπολίτευση προκειμένου να «χτυπήσει» την κυβέρνηση και εμφανίστηκε ως μείζον πολιτικό σκάνδαλο.

Για ένα μέρος της κοινής γνώμης εξελίχθηκε σε ακόμη μία αφορμή γενικευμένης απαξίωσης του πολιτικού συστήματος. Και για αρκετούς αποτέλεσε μια εύκολη ευκαιρία δημόσιας καταδίκης προτού ακόμη ολοκληρωθεί η δικαστική διαδικασία.

Στο μεταξύ, η υπόθεση ακολούθησε τον δρόμο της Δικαιοσύνης.

Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας εξετάστηκαν οι συνθήκες υπό τις οποίες το επίμαχο αρχείο βρέθηκε εκτός του υπουργείου Εσωτερικών και κατέληξε μέσω διαδοχικών διαβιβάσεων σε κομματικά στελέχη και τελικά στην πρώην ευρωβουλευτή.

Η εισαγγελική λειτουργός, στην αγόρευσή της, υποστήριξε ότι η κατηγορούμενη γνώριζε πως το αρχείο που χρησιμοποιήθηκε δεν προερχόταν από τη βάση δεδομένων φίλων και μελών της Νέας Δημοκρατίας, επικαλούμενη τη μεγάλη διαφορά μεταξύ των στοιχείων που διέθετε το κόμμα και των περίπου 25.000 αποδεκτών του ηλεκτρονικού μηνύματος.

Από την άλλη πλευρά, η υπεράσπιση έχει αναπτύξει διαφορετική επιχειρηματολογία, υποστηρίζοντας ότι δεν υπήρξε πρόθεση παραβίασης της νομοθεσίας και ότι η ίδια η πρώην ευρωβουλευτής δεν είχε γνώση της προέλευσης του αρχείου με τον τρόπο που περιγράφεται από την κατηγορούσα αρχή. Υπενθυμίζεται ότι ακόμα και το υπουργείο Εσωτερικών υποστηρίζει ότι δεν έχει δοθεί κάτι και ούτε έχει γίνει κάποια παραβίαση της νομοθεσίας.

Πέραν όμως από το αμιγώς δικαστικό σκέλος, κυβερνητικά στελέχη και βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας παρακολουθούν με ιδιαίτερο ενδιαφέρον την εξέλιξη της υπόθεσης. Οχι μόνο λόγω της πολιτικής διαδρομής της Αννας-Μισέλ Ασημακοπούλου, η οποία υπήρξε για χρόνια ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα στελέχη της παράταξης στην Ελλάδα και στις Βρυξέλλες, αλλά και επειδή θεωρούν ότι η υπόθεση έχει αποκτήσει χαρακτηριστικά που υπερβαίνουν τα πραγματικά της δεδομένα.

Στο παρασκήνιο, αρκετοί επισημαίνουν ότι η πρώην ευρωβουλευτής βρέθηκε αντιμέτωπη με συνέπειες που συνήθως συναντώνται σε πολύ βαρύτερες υποθέσεις. Υπενθυμίζουν ότι έχασε τη δυνατότητα να διεκδικήσει την επανεκλογή της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και είδε την πολιτική πορεία της να ανακόπτεται απότομα, σε μια χρονική στιγμή κατά την οποία θεωρούνταν από τα πλέον έμπειρα στελέχη της ελληνικής αντιπροσωπείας στις Βρυξέλλες.

Η συζήτηση αυτή αναμένεται να αναζωπυρωθεί μετά την έκδοση της απόφασης, ανεξαρτήτως αποτελέσματος. Οπως σημειώνουν χαρακτηριστικά στελέχη που παρακολουθούν την υπόθεση, η Δικαιοσύνη καλείται να αποφανθεί επί συγκεκριμένων πράξεων και πραγματικών περιστατικών.

Και βέβαια να αξιολογήσει τη σοβαρότητα της υπόθεσης, παρά τα όσα έχουν γραφτεί και τη διάσταση που είχε λάβει εκείνη την περίοδο. Η Δικαιοσύνη κρίνει πάντα με βάση την κοινή λογική, την αναλογικότητα και τη δυνατότητα διάκρισης ανάμεσα σε διαφορετικής βαρύτητας συμπεριφορές. Και βέβαια το γεγονός ότι η ουσία είναι πως, ανεξάρτητα από την ετυμηγορία που θα ακολουθήσει, η πολιτική ζημία –κυρίως για την ίδια– έχει ήδη συντελεστεί.

Κι όλα αυτά για την αποστολή μερικών emails, τη στιγμή που στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο του καθενός μας έρχονται εκατοντάδες μηνύματα ως spam.