Ούτε υποχωρητικότητα ούτε ενδοτικότητα.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, κόντρα σε όλους όσοι επιχειρούν να εμφανιστούν ως υπερπατριώτες και να εγείρουν ζήτημα ως προς τη στάση του και τη στάση της κυβέρνησής του στα Ελληνοτουρκικά, εξέφρασε τις πάγιες ελληνικές θέσεις.

Το έκανε στην Άγκυρα, μετά τη συνάντηση με τον Τούρκο πρόεδρο, απαντώντας στα περί δήθεν «τουρκικής μειονότητας» στη Θράκη, τα περί «δύο κρατών» στην Κύπρο, μίλησε για διαφορές στο Αιγαίο, επισημαίνοντας πως για την Ελλάδα «η οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών αποτελεί τη μόνη διαφορά που θα μπορούσε να οδηγηθεί στο δικαστήριο με βάση το Δίκαιο της Θάλασσας». Και ήταν σαφής.

Όπως σαφής ήταν όταν σημείωσε ότι είναι η ώρα να σταματήσουν ουσιαστικές και τυπικές απειλές, κάνοντας λόγο για το casus belli, τονίζοντας αναφορικά με την άρση του: «Αν όχι τώρα, πότε».

Με απλά λόγια, ο πρωθυπουργός κατέρριψε το αφήγημα που επιχειρείται να στηθεί από διάφορες πλευρές εντός και εκτός πολιτικής σκηνής εκφράζοντας ρητά τις πάγιες θέσεις της Ελλάδας. Ένα αφήγημα δήθεν υποχωρητικότητας και ενδοτικότητας έναντι των ζητημάτων που θέτει η τουρκική πλευρά και στα οποία διαρκώς προσθέτει και νέα.

Ουσιαστικά ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιβεβαίωσε αυτό που διαρκώς τονίζει. Ότι επιδιώκει τον διάλογο, τις καλές σχέσεις με την Τουρκία, τους ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας, ώστε να αποφεύγονται οι εντάσεις, χωρίς όμως αυταπάτες και χωρίς εφησυχασμούς. Η διατήρηση ενός καλού κλίματος, άλλωστε, είναι σημαντική, ειδικά σε περιόδους όπως αυτές που διανύουμε με τις γεωπολιτικές αναταραχές και ανακατατάξεις να βρίσκονται σε πρώτο πλάνο στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.

Ο ίδιος έχει φροντίσει να θωρακίσει αμυντικά τη χώρα καθιστώντας την πυλώνα σταθερότητας, ενώ ταυτόχρονα τη θωρακίζει και διπλωματικά τοποθετώντας τη στη σωστή πλευρά της ιστορίας απέναντι σε κραυγές και ψιθύρους. Διότι όλες οι σχετικές επικρίσεις και τα διάφορα υπονοούμενα βρίσκονται πλέον στον... κουβά.

Σίγουρα θα εμφανιστούν κάποιοι που θα υποστηρίξουν εκ νέου ότι δεν έπρεπε να πάει. Μόνο που στο τέλος της ημέρας, όπως και να το δει κανείς, ο πρωθυπουργός βρέθηκε στην Άγκυρα στο πλαίσιο της διατήρησης των σχέσεων σε ένα επίπεδο ανοιχτής επικοινωνίας και δίνοντας απαντήσεις σε θέματα που αφορούν τις τουρκικές διεκδικήσεις και τις πάγιες ελληνικές θέσεις.

Υπεγράφησαν συμφωνίες, κρατήθηκαν χαμηλοί τόνοι και υπήρξε ένα θετικό κλίμα. Θα αλλάξουν οι τουρκικές θέσεις; Όχι. Όμως δεν αλλάζουν ούτε οι ελληνικές. Καταγράφηκαν εκ νέου χωρίς αστερίσκους. Εφόσον το θετικό κλίμα είναι δεδομένο ότι θα λειτουργήσει προς όφελος και των δύο πλευρών.

Είναι βέβαιο ότι αυτό χαλάει το αφήγημα όλων όσοι επιδιώκουν να εγείρουν ζητήματα ξεχνώντας ότι η Τουρκία δεν έχει αλλάξει στάση. Δεν έχει κρύψει τον αναθεωρητισμό της όλα τα χρόνια και δεν δείχνει διατεθειμένη να σταματήσει. Οπότε; Οπότε κρατάμε τη διατήρηση των θετικών από τη συνάντηση και τον διάλογο αλλά και τις... γωνίες στις θέσεις που εκφράζουν οι δύο πλευρές.

Οι δύο ηγέτες συμφώνησαν ότι διαφωνούν, όπως συνηθίζεται να λέγεται σε τέτοιες περιπτώσεις και αν μη τι άλλο το να πηγαίνεις από το «Μητσοτάκης γιοκ» στο «πολύτιμος φίλος» έχει κι αυτό τη σημασία του.

*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση του «Μανιφέστο».