Υπάρχουν στιγμές που η διπλωματία παύει να είναι μια άσκηση ισορροπιών και γίνεται δοκιμασία χαρακτήρα.
Η χθεσινή παρουσία του Κυριάκου Μητσοτάκη στην Άγκυρα ήταν ακριβώς αυτό: μια στιγμή όπου ο λόγος έπρεπε να είναι καθαρός, σταθερός και χωρίς υπεκφυγές. Και ήταν.
Μέσα στην τουρκική πρωτεύουσα, μπροστά στον ίδιο τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο Έλληνας πρωθυπουργός έθεσε ευθέως το ζήτημα της άρσης του Casus Belli. Όχι σε κάποιο διεθνές φόρουμ, όχι σε ουδέτερο έδαφος, αλλά εκεί όπου η απειλή πολέμου έχει ψηφιστεί και παραμένει ενεργή. Πρόκειται για κίνηση με σαφή ιστορικό αποτύπωμα. Δεν θυμόμαστε, στη μεταπολίτευση, άλλη δημόσια τοποθέτηση Έλληνα πρωθυπουργού επί τουρκικού εδάφους με τόσο καθαρή αναφορά στην ανάγκη άρσης αυτής της απαράδεκτης απειλής.
Ταυτόχρονα, οι αναφορές περί «τουρκικής μειονότητας» έλαβαν την απάντηση που όφειλαν να λάβουν: ψύχραιμα, θεσμικά, αλλά απολύτως ξεκάθαρα. Χωρίς φωνές, χωρίς προσβολές, χωρίς ρητορικές εξάρσεις. Εθνικές θέσεις διατυπωμένες με αυτοπεποίθηση και ακρίβεια. Αυτό δεν είναι ενδοτικότητα. Είναι ώριμη, συνειδητή άσκηση κυριαρχίας.
Ας απαντήσουν τώρα όσοι μιλούσαν για «ραγιαδισμό» και «υποχωρήσεις». Πού ακριβώς είδαν έκπτωση; Ποια εθνική γραμμή εγκαταλείφθηκε; Αντί για σκυμμένα κεφάλια, είδαμε έναν πρωθυπουργό που ύψωσε ανάστημα μέσα στην Άγκυρα και διατύπωσε τις θέσεις της χώρας χωρίς μισόλογα. Οι κραυγές των μονίμως ανησυχούντων διαψεύστηκαν από την ίδια την εικόνα της συνάντησης.
Ακόμη και η σημειολογία είχε τη σημασία της. Ο Τούρκος πρόεδρος, γνωστός για τους αυτοσχεδιασμούς και τις εκτός κειμένου παρεμβάσεις, περιορίστηκε σε αυστηρή ανάγνωση γραπτού κειμένου. Δεν υπήρξαν ερωτήσεις, δεν υπήρξαν αντεγκλήσεις. Το κλίμα ήταν ελεγχόμενο, μετρημένο. Όταν ο συνομιλητής σου είναι απολύτως σαφής, η ένταση δεν βρίσκει χώρο να εκδηλωθεί.
Από το «Μητσοτάκης γιόκ» που ακούγαμε πριν λίγα χρόνια, φτάσαμε στο «πολύτιμος φίλος». Η απόσταση δεν καλύφθηκε με υποχωρήσεις, αλλά με συνέπεια και σταθερότητα. Η χθεσινή εικόνα δεν ήταν εικόνα συμβιβασμού. Ήταν εικόνα ισότιμου διαλόγου. Και αυτό, σε μια αίθουσα στην Άγκυρα, έχει τη δική του, ξεχωριστή βαρύτητα.


