Η συνάντηση στην Άγκυρα δεν παρήγαγε ρήξη, αλλά ούτε και μεταστροφή. Και αυτό από μόνο του είναι μήνυμα. Όσοι περίμεναν «ιστορικές τομές» διαψεύστηκαν, αλλά και όσοι φοβούνταν αιφνίδιες υποχωρήσεις επίσης.

Η πραγματικότητα κινήθηκε στον άξονα που είχαμε περιγράψει στο προηγούμενο άρθρο μας, πριν από το ταξίδι, δηλαδή σταθερότητα χωρίς αυταπάτες!

Η Άγκυρα δεν ανακάλεσε τίποτα από τον πυρήνα της αναθεωρητικής ρητορικής της. Οι θεωρίες περί γκρίζων ζωνών, η λογική της διευρυμένης ατζέντας και η στρατηγική πίεσης μέσω προκλητικών κινήσεων και δηλώσεων παραμένουν στο τραπέζι. Από την άλλη, η Αθήνα δεν μετακινήθηκε ούτε χιλιοστό από το πλαίσιο του Διεθνούς Δικαίου και της μοναδικής διαφοράς που αναγνωρίζει, αυτή της οριοθέτησης των θαλάσσιων ζωνών.

Αυτό σημαίνει κάτι βαθύτερο. Ο διάλογος συνεχίζεται, αλλά δεν έχει μεταβάλει τις στρατηγικές σταθερές των δύο πλευρών.

Για την Τουρκία, η συνάντηση λειτούργησε ως εργαλείο διεθνούς εικόνας. Σε μια περίοδο που επιδιώκει αναβάθμιση ρόλου σε ΗΠΑ και Ευρώπη, η προβολή της ως «υπεύθυνου συνομιλητή» εξυπηρετεί πολλαπλά μέτωπα... Από τα εξοπλιστικά μέχρι τις ευρωτουρκικές σχέσεις. Η Άγκυρα γνωρίζει ότι η ένταση χωρίς διάλογο κοστίζει. Επενδύει, λοιπόν, σε μια τακτική ισορροπίας διατηρώντας το αφήγημα ισχύος, χωρίς να κόβει τους διαύλους επικοινωνίας.

Για την Ελλάδα, το διακύβευμα ήταν διαφορετικό... Να αποδείξει ότι μπορεί να συνομιλεί χωρίς να νομιμοποιεί τον αναθεωρητισμό. Να κρατήσει χαμηλούς τόνους, αλλά υψηλή αποτρεπτική αξιοπιστία. Και εδώ βρίσκεται το στρατηγικό βάθος της επόμενης ημέρας: Ο διάλογος δεν είναι υποχώρηση όταν συνοδεύεται από ισχυρή άμυνα, διπλωματικές συμμαχίες και διατήρηση των κόκκινων γραμμών!

Η ισορροπία στο Αιγαίο δεν κρίνεται στα διπλωματικά ευχολόγια, αλλά στους συσχετισμούς ισχύος. Η ενίσχυση της Πολεμικής Αεροπορίας και του στόλου, η εμβάθυνση των σχημάτων συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο και η σταθερή ευρωπαϊκή τοποθέτηση της Αθήνας συνιστούν το πραγματικό υπόβαθρο της διαπραγμάτευσης. Ο διάλογος αποκτά νόημα μόνο όταν η αποτροπή είναι δεδομένη.

Το κρίσιμο, λοιπόν, δεν είναι τι ειπώθηκε πίσω από κλειστές πόρτες, αλλά τι δεν άλλαξε. Η Τουρκία δεν εγκατέλειψε τη στρατηγική της «ελεγχόμενης πίεσης». Η Ελλάδα δεν αποδέχθηκε διεύρυνση ατζέντας. Πρόκειται για μια διαχείριση ανταγωνισμού, όχι για επίλυση διαφορών.

Σε αυτό το πλαίσιο, η συνάντηση δεν πρέπει ούτε να υπερτιμηθεί ούτε να απαξιωθεί. Πάγωσε, ενδεχομένως, την ένταση, αλλά δεν αναίρεσε τις δομικές διαφορές. Η Άγκυρα επενδύει στον χρόνο και στη διατήρηση εργαλείων πίεσης. Η Αθήνα επενδύει στη θεσμική σταθερότητα και τη στρατηγική αναβάθμιση της χώρας.

Η επόμενη κίνηση δεν θα φανεί στη διπλωματία, αλλά στο πεδίο... Στις κινήσεις στο Αιγαίο, στη ρητορική των επόμενων εβδομάδων, στις επιλογές εξοπλισμών και τις διεθνείς ισορροπίες. Εκεί θα αποδειχθεί αν ο διάλογος λειτουργεί ως μηχανισμός αποκλιμάκωσης ή ως τακτική ανάπαυλα σε μια μακρά γεωπολιτική παρτίδα.